Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΤΟΠΟ ΕΚΕΙ ΦΟΡΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΜΕ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

 


 Να ξέρετε ένα πράγμα, ότι όταν γίνεται αμαρτία σε ένα τόπο εκεί φορτίζεται ο τόπος με δαιμονική ενέργεια διότι η αμαρτία είναι δαιμονική ενέργεια.

Ένας τόπος λοιπόν που επιτελείται η αμαρτία, ένας τόπος όπου βλασφημείται το όνομα του Θεού, εκεί υπάρχει δαιμονική ενέργεια. Μας έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ότι πορευόμενος με το αεροπλάνο στην Αυστραλία, όταν πήγε στην Αυστραλία, τον πήρε ο ύπνος στο αεροπλάνο και σε μία στιγμή ξύπνησε από μία μεγάλη ευωδία. Ευωδίασε το αεροπλάνο ολόκληρο. Βέβαια ο γέροντας το κατάλαβε, δεν πιστεύω οι άλλοι να το αισθάνθηκαν. Λέει τι είναι εδώ; που είμαστε; Ρώτησαν που είναι, λέει πάνω από την Αίγυπτο. Ήταν πάνω από τους τόπους των Αγίων ασκητών, του μεγάλου Αντωνίου, Παχωμίου, Αββά Σισώη κλπ. και πάνω από τους Αγίους Τόπους.

Λίγο πιο εκεί, πάλι αισθάνθηκε μία δαιμονική ενέργεια και περνούσαν πάνω από τις χώρες οι οποίες λατρεύουν άλλους θεούς και έχουν άλλες θεότητες. Και ο γέροντας αισθανόταν αυτή τη δαιμονική ενέργεια και εκ των τόπων και εκ των πραγμάτων. Όπως έχουμε το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού και όπου μπει ο Σταυρός του Χριστού μας ευλογεί το χώρο και αγιάζει τον τόπο εκείνο και εκπέμπει Αγία ενέργεια έτσι και τα δαιμονικά σύμβολα. Και αυτά εκπέμπουν δαιμονική ενέργεια γι' αυτό είναι επικίνδυνα και πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ να μην έχουμε σπίτι μας τέτοια σύμβολα δαιμονικά.

Ο ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ Ο ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ

 

Το μοναστήρι του βρίσκεται στην Πρίγκηπο και το πρόσωπό του ενώνει Ρωμιούς και Τούρκους σ΄ένα κοινό τόπο λατρείας. Είναι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, όπου οι μουσουλμάνοι πάνε στην εκκλησιά μαζί με τους χριστιανούς στην εορτή του Αγίου.

Το μοναστήρι του Άη Γιώργη του βρίσκεται στο νότιο λόφο της Πριγκήπου, στον Μαρμαρά.
Κάθε χρόνο το επισκέπτονται 250.000 άτομα, κυρίως Τούρκοι, γυναίκες, άντρες και παιδιά που ανεβαίνουν προς το μοναστήρι κρατώντας στα χέρια τους καρουλάκια. Ξετυλίγουν την κλωστή μέχρι να φτάσουν στην είσοδο της εκκλησίας. Δεν επιτρέπεται να μιλάνε όσο ανεβαίνουν.

Μπορούν να μιλήσουν μόνο στην επιστροφή όταν θα έχουν αφήσει την ευχή τους στον Άγιο. Μόνο έτσι θα τους ακούσει ο Άγιος και θα πραγματοποιήσει την ευχή τους. Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει σε ένα χαρτάκι και το αφήνει στον Άγιο. Πολλοί θα επιστρέψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα για να ευχαριστήσουν τον Άη Γιώργη που άκουσε την προσευχή τους και ικανοποίησε την επιθυμία τους ή βρήκε λύση στο πρόβλημά τους.
Όπως λένε χιλιάδες Τούρκοι που έρχονται κάθε χρόνο στον Άγιο Γεώργιο, «ο άγιος δεν ξεχωρίζει Ρωμιούς από αλλόθρησκους και τους φροντίζει όλους». Γι’ αυτό και του ζητούν καλύτερη δουλειά, να τους φέρει το κατάλληλο ταίρι, να τους βοηθήσει να αγοράσουν σπίτι ή να κρατήσει το κακό μακριά από την οικογένειά τους.
Η ιστορία της μονής
Η παράδοση λέει ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε το 963, επί αυτοκράτορος Νικηφόρου Β΄ Φωκά. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά δόθηκε ως δώρο από τη γυναικεία μονή της Ειρήνης της Αθηναίας. Αργότερα, το 1204, δέχθηκε επιδρομή από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, και το 1302 καταστράφηκε από φωτιά. Οι μοναχοί κατάφεραν να διασώσουν κειμήλια και την εικόνα του Αγίου, τα οποία στη συνέχεια τα έκρυψαν σε δυσπρόσιτη περιοχή. Η εικόνα βρέθηκε από έναν βοσκό, ο οποίος είδε λέει όνειρο τον άγιο που του είπε ότι η εικόνα είναι εκεί όπου θα ακούσει να χτυπούν τα κουδούνια. Έτσι κι έγινε. Από τότε, δίνονται στους προσκυνητές που φθάνουν στη μονή κουδουνάκια ως ευλογία.

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ,ΘΕΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ!

 

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Ο Άδης νικήθηκε.
Ο Θάνατος γεύτηκε ζωή.
Η φθορά αφθαρτοποιήθηκε.
Το κακό ντροπιάστηκε.

Τα πάντα γίνονται καινά.
Η γη ενώνεται με τον ουρανό.
Το σκοτάδι καταργείται.
Δεν υπάρχουν πλέον αδιέξοδα.
Θανατώνεται η απόγνωση.
Μπολιάζεται η θεανθρωπία στον άνθρωπο.

Τότε που όλοι αποδέχτηκαν τον θάνατο.
Τότε που όλοι συμβιβάστηκαν με το τέλος.
Ήρθε ο Χριστός και σπάει το κατεστημένο του θανάτου.
Ήρθε ο Χριστός και δίνει στο τέλος μια ατέλεστη τελείωση.
Ανέστη Χριστός και όλοι έκθαμβοι κοιτούν.
Ανέστη Χριστός και κλαίμε από χαρά.
Ανέστη Χριστός και οι δαίμονες φρίττουν.
Ανέστη Χριστός και το Φως Του πλημμυρίζει τα πάντα.

Όλα πλέον συγχωρούνται.
Όλοι γινόμαστε ένα με τον Έναν.
Όλα ειρηνεύουν και ζωογονούνται.
Χορεύουν τα σύμπαντα, τραγουδά η Κτίση, αγάλλονται οι άνθρωποι.
Διότι Ανέστη Χριστός.
Τι ποιο χαρμόσυνο από αυτό;
Τι ποιο υπέροχο;

Καθώς θα ψέλνεις και φέτος το «Χριστός Ανέστη», μην περνάς τις λέξεις επιπόλαια.
Στάσου σε κάθε λέξη και αφουγκράσου την αιώνια αλήθεια τους.
Μια αλήθεια που μας χαρίστηκε από την αγάπη Του.

Ναι, Αυτός είναι ο Θεός.
Θεός Ανάστασης.
Μόνο όμως αυτός που έχει γεύση του Σταυρού μπορεί να εννοήσει τι είναι Ανάσταση.

Είναι αλήθεια ότι δακρύζει ένα περισσότερο, όταν ψέλνει το «Χριστός Ανέστη»,
αυτός που ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά στην καθημερινότητα του βίου, που συσταυρώνεται με τον πλησίον του, που γεύτηκε το πικρό ποτήρι της προδοσίας και της εγκατάλειψης.

Ναι αυτός βιώνει περισσότερο την Ανάσταση, γιατί φέρει κι αυτός πάνω του τα σημάδια του προσωπικού του Σταυρού.
Ο Θεός της Ανάστασης βρίσκει τον άνθρωπο της Ανάστασης κάπου εκεί…στην ένωση των δυο ξύλων που κάνουνε Σταυρό.

Εύχομαι ο Χριστός μας, να φωτίζει κάθε πτυχή της ζωής μας ώστε οι ημέρες μας να ευωδιάζουν ουρανό και να γλυκαίνουν και τις ζωές των συνανθρώπων μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ




Τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου τιμά σήμερα,  η Εκκλησία μας. Ο λαοφιλής Άγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος γεννήθηκε περίπου το 275 μ.Χ. στην Καππαδοκία, από γονείς χριστιανούς.

 Ο πατέρας του, μάλιστα, πέθανε μαρτυρικά για το Χριστό όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα χρονών. Η μητέρα του τότε τον πήρε μαζί της στην πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματα της.
Όταν έγινε 18 χρονών, στρατεύθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Αν και νέος στην ηλικία, διεκπεραίωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις τέλεια. Όλοι τον θαύμαζαν για το παράστημα του.
Γι’ αυτό, γρήγορα τον προήγαγαν σε ανώτερα αξιώματα και του έδωσαν τον τίτλο του κόμη και ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
Ομολογητής
Από την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Διοκλητιανός, το 283 μ.χ., η Χριστιανική Εκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί επικρατούσε ειρήνη. Οι Χριστιανοί πήραν πολλές δημόσιες θέσεις, έκτισαν πολλούς και μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεία και οργάνωσαν την διοίκηση και τη διαχείριση των εκκλησιών και της φιλανθρωπίας.
Ο Διοκλητιανός αρχικά εργάστηκε για την οργάνωση του κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς για βοηθούς του που τους ονόμασε αυτοκράτορες και Καίσσαρες κι αφού πέτυχε να υποτάξει τους εχθρούς του κράτους και να σταθεροποιήσει τα σύνορα του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς, στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής Θρησκείας για να ανορθώσει την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, κάλεσε τους βοηθούς του Καίσσαρες το 303 μ.χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Ανάμεσα τους βρισκότανε και ο 28χρονος Γεώργιος, που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωση και τον αφανισμό της Χριστιανικής πίστης. Πρώτος μίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σε όλους ν’ αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική Θρησκεία από το Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος σηκώθηκε και είπε: «Γιατί, βασιλιά και άρχοντες, θέλετε να χυθεί αίμα δίκαιο και άγιο και να εξαναγκάσετε τους Χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα»; Και διακήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής Θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
Μόλις τέλειωσε, όλοι συγχυστήκανε μ’ αυτή την ομολογία του και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήσει για όσα είπε, καταπραΰνοντας έτσι και τον Διοκλητιανό. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διακήρυσσε την Χριστιανική του πίστη.
Στη φυλακή
Οργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή κα να του περισφίγξουν τα πόδια στο ξύλο και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα, να βάλουν πάνω στο στήθος του μεγάλη και βαριά πέτρα.
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιο για να τον ανακρίνει . Και πάλι αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και παρ’ όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα διακήρυττε την πίστη του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε από τα λόγια του και διέταξε τους δήμιους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό για να κομματιαστεί το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύτηκε την ανδρεία του Αγίου και τον κάλεσε να προσκυνήσει τα είδωλα. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωνε να δοκιμαστεί και δέχτηκε με ευχαρίστησε να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που χώριζε σε μικρά λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω γύρω από τον τροχό υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που μοιάζανε με μαχαίρια.
Πραγματικά μόλις ο τροχός κινήθηκε τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που έλεγε : «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντας τον από τον τροχό και θεραπεύτηκε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημα του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό που είχε πάει με άλλους να κάνει θυσία. Μόλις τον είδαν έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μερικοί δε ισχυριζόντουσαν ότι είναι κάποιος που του μοιάζει και άλλοι ότι είναι φάντασμα.
Καθώς όμως σχολιάζανε το γεγονός, εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό και αφού ρίξουν μέσα τον Γεώργιο, να τον αφήσουν μέσα τρεις μέρες και τρεις νύχτες έτσι που να διαλυθούν και τα κόκκαλα του.
Πραγματικά οι δήμιοι ρίξανε τον Άγιο στον ζεματιστό ασβέστη και κλείσανε το στόμα του λάκκου. Μετά από τρεις μέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες να ανοίξουν το λάκκο. Με μεγάλη τους έκπληξη όμως βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο, μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό, που φώναζε: «Ο Θεός του Γεωργίου είναι μεγάλος».
Ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιο, που έμαθε τις μαντικές τέχνες και πως τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν αποτέλεσμα της θείας χάρης και δύναμης και όχι μαγείας και γοητείας.
Ο Διοκλητιανός οργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφτηκε να φωνάξει του άρχοντες για να συσκεφτούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιο.
Και αφού τον δείρανε τόσο πολύ με μαστίγια και καταπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του Αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, που έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιο να λάμπει σαν Άγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι το φαινόμενο αυτό οφειλόταν στις μαγικές του ικανότητες. Γι’ αυτό κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο, για να λύσει τα μάγια του Γεωργίου.
Αβλαβής από το δηλητήριο
Ήλθε, λοιπόν ο μάγος Αθανάσιος, κρατώντας στα χέρια του δύο πήλινα αγγεία, όπου υπήρχε δηλητήριο. Στο πρώτο αγγείο το δηλητήριο προξενούσε τρέλα, ενώ στο δεύτερο τον θάνατο.
Αμέσως οδήγησαν τον Άγιο στον Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιο. Ο βασιλιάς διέταξε να του δώσουν να πιει το πρώτο δηλητήριο. Ο Άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριο του πρώτου δοχείου, αφού προηγουμένως προσευχήθηκε , λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμον τι πίωτιν, ου μη αυτούς βλάψει, θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε απολύτως τίποτα!
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε απολύτως τίποτα, ο βασιλιάς διέταξε να του δώσει ο μάγος και το δεύτερο αγγείο. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθει το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι από αυτό το θαύμα. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επειμένει ότι για να μην πεθάνει ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια, αφού γονάτισε μπροστά στον μάρτυρα, ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Θεό.
Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και φόνευσαν τον Αθανάσιο αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, που ομολόγησε την πίστη της στον αληθινό Θεό. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένη να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.
Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου
Ο Άγιος Γεώργιος κλείστηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στ’ όνειρο του τον Χριστό, που του ανάγγειλε ότι θα πάρει το στεφάνι του μαρτυρίου και θα αξιωθεί της αιωνίου ζωής. Σαν ξημέρωσε διατάχτηκαν οι στρατιώτες από τον ο Διοκλητιανό να παρουσιάσουν μπροστά του τον Άγιο.
Πραγματικά ο Άγιος βάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφτασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρισε ο Διοκλητιανός, του πρότεινε να πάνε στον ναό του Απόλλωνα για να θυσιάσει στο είδωλο του. Όταν μπήκε ο Άγιος στον ναό, σήκωσε το χέρι και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλο να πέσει. Αμέσως τούτο έπεσε και έγινε κομμάτια.
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσο πολύ θύμωσαν, που φώναζαν στον βασιλέα να θανατώσει τον Γεώργιο. Ο Διοκλητιανός έβγαλε διαταγή και του έκοψε το κεφάλι.
Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το Άγιο λείψανο του Μάρτυρα μαζί με αυτό της μητέρας του Αγίας Πολυχρονίας και το μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στη Δύση.
Κατά την Εκκλησία μας, ο ένδοξος αυτός μεγαλομάρτυρας είναι ο μαργαρίτης ο πολύτιμος, ο αριστεύς ο θείος, ο λέων ο ένδοξος, ο αστήρ ο πολύφωτος, του Χριστού οπλίτης, της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’.
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

 

Κυριακή 24 Απριλίου 2022

ΖΗΣΕ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

 


Θάνατος είναι ο φόβος που σου λέει δεν μπορείς, δεν αντέχεις δεν αξίζεις. 

Ανάσταση είναι ο Χριστός που σου φωνάζει, μπορείς, αξίζεις, γίνεται να τα καταφέρεις. 

Θάνατος είναι η απειλή της απελπισίας που σου λέει έως εδώ, τέλος. 

Ανάσταση είναι ο Χριστός που σου λέει τίποτε δεν τελείωσε, όλα μπορούν να αρχίσουν πάλι, είσαι αιώνιος. 

Θάνατος είναι η άρνηση της ζωής. Η καθημερινή δολοφονία των στιγμών μας. 

Ανάσταση είναι ο Χριστός που χαρίζει άφθονη ζωή, φως και χαρά, μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε ευχαριστία και ευγνωμοσύνη για ότι ζούμε, ότι λαμβάνουμε, ότι υπάρχει τώρα και αιώνια. 

Θάνατος είναι ο φόβος να είμαστε ο εαυτός μας.

Ανάσταση είναι να συνδεθούμε με εκείνο που θέλησε ο Θεός να είμαστε και να γίνουμε. 

Θάνατος είναι ο φόβος να ζήσουμε γιατί μπορεί να πονέσουμε. 

Ανάσταση είναι ο Χριστός που σου λέει ότι κάθε Σταυρός μπορεί να γίνει Φως, κάθε τραύμα θαύμα. 

Ζήσε σαν να μην υπάρχει θάνατος. 

Ζήσε προτού πεθάνεις για να μην πεθάνεις όταν πεθάνεις. 

Λέγε θα ζήσω κι ας νιώθεις ότι «πεθαίνεις», είσαι αιώνιος. 

Φοβάσαι τον θάνατο γιατί δεν γνωρίζεις την Ανάσταση. 

Φοβάσαι τον θάνατο γιατί τρέμεις την ζωή. 

Φοβάσαι τον θάνατο γιατί δεν ζεις εσύ. 

Επίτρεψε στο Θεό να ονειρευτεί μέσα σου νίκες και Αναστάσεις. 

Επίτρεψε στο Θεό να σε βγάλει από το μνήμα των φόβων σου, να αναστήσει τις επιθυμίες της καρδιάς σου. 

Πίστεψε ότι μπορείς, αξίζεις και θέλεις να γευτείς την Χαρά της Ανάστασης.


 π. Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος

ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΝΟΗΜΑ!

 

*«…Η τελευταία λέξη που σφραγίζει τον κόσμο δεν είναι το «τετέλεσται» του Κυρίου επί του Σταυρού, αλλά το ευαγγέλιο των Μυροφόρων, ότι ο Κύριος ανέστη εκ των νεκρών. Αυτή είναι και η δική μας ελπίδα και η δική μας χαρά…» ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

Ανάσταση. Μία λέξη που περιέχει μέσα της τόσα πολλά για εμάς τους Έλληνες.

Η Ανάσταση με παραπέμπει αμέσως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, στην χαρμόσυνη περίοδο του Πάσχα. Ανάσταση σημαίνει συγχώρεση, εκκλησιασμός, κόκκινα αυγά, αντάμωμα με τους οικείους μας, πασχαλινό τραπέζι, ευθυμία, χαρά, ελπίδα.

Ανάσταση όμως πάνω απ’ όλα σημαίνει Σωτηρία. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το γεγονός που μας δίνει την δυνατότητα όχι μόνο να ελπίζουμε αλλά να γνωρίζουμε ότι μπορούμε να σωθούμε. Ο Χριστός αναστήθηκε, νίκησε τον Θάνατο, έσπασε τις πόρτες του Άδη και μας τράβηξε όλους στο Φως, στην Αλήθεια, στην Θέωση.

Όλες αυτές τις ημέρες αντί για άλλους χαιρετισμούς οι Έλληνες Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν το «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη». Επιβεβαιώνουν συνεχώς ότι η πίστη τους είναι αληθινή, δεν είναι μία θεωρία, δεν είναι μία ιδέα, δεν είναι κάτι έξω από την καθημερινότητά τους.

Ο Χριστός Ανέστη όχι μόνο για μία ημέρα το χρόνο, αλλά για πάντοτε. Ο Χριστός Ανέστη όχι για μερικούς αλλά για όλους. Ο Χριστός Ανέστη όχι για να φάμε και να πιούμε, αλλά για να Τον κοινωνήσουμε.

Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού η πίστη μας δεν θα είχε νόημα. Όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος : «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, … κενή δε και η πίστις υμων» (Α’ Κορ. 15,14).  Ο Χριστός όμως Ανέστη και τώρα πλέον Ζωή πολιτεύεται.

Η Ανάσταση του Χριστού καθόρισε μια και καλή την πορεία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει Κάποιος ο οποίος όχι μόνο κάνει θαύματα, όχι μόνο λέγει όμορφες διδασκαλίες αλλά νικά τον Θάνατο. Αυτός λοιπόν ο Κάποιος είναι ο Θεός. Ένας Θεός διαφορετικός από τους άλλους, γιατί είναι ο Αληθινός. Ένας Θεός ταπεινός, πράος, υπέροχος, σιωπηλός, παντοδύναμος, φιλάνθρωπος, ανεξίκακος, υπέρλογος, αόρατος και ορατός, μελιζόμενος και μη διαιρούμενος,  πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, σταυρωμένος και αναστημένος….Θεός και Άνθρωπος.

Ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του εκατόνταρχου, ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του Πέτρου που τον αρνήθηκε, στις μυροφόρες που ήλπιζαν, στην ύπαρξη του Θωμά που αμφέβαλλε αλλά και λαχταρούσε να Τον δει. Ο Χριστός Ανέστη για τον κάθε άνθρωπο που θέλει ο Χριστός να είναι στην ζωή του, στις χαρές και στις λύπες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, στην νηνεμία και στις τρικυμίες της καθημερινότητας.

Οι άνθρωποι στον κόσμο ξεχνούν εύκολα ότι ο Χριστός Ανέστη με το που πιάσουν πάλι δουλειά, με το που μπουν πάλι στην αδυσώπητη ρουτίνα της καταναλωτικής κοινωνίας μας. Ο Χριστός όμως παραμένει Αναστημένος και περιμένει. Περιμένει τον καθένα μας. Περιμένει να Τον θυμηθούμε. Να Τον ακούσουμε να μας καλεί να συναναστηθούμε μαζί Του. Πολλοί μένουν αδιάφοροι, κλείνουν τα αυτιά τους, τα μάτια τους, την καρδιά τους στο Αναστάσιμο Φως που βγαίνει από το κενό μνημείο.

Μερικοί όμως Τον αφουγκράζονται, μπαίνουν στο μνημείο και βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι λείπει. Λείπει ώστε να βρίσκεται παντού. Απουσιάζει από τον τάφο για παρουσιάζεται στις καρδιές που Τον αναζητούν. Άνθρωποι απλοί, καθαροί και αμαρτωλοί, επιστήμονες και αγράμματοι, ανήλικοι και ηλικιωμένοι, πλούσιοι και φτωχοί μπορούν να Τον αγγίξουν, μπορούν να Τον δουν, να Τον ακούσουν, να Τον αισθανθούν, αρκεί να ομολογήσουν μαζί με τον απόστολο: «Ο Κύριός μου και ο Θεός», αρκεί να μην δειλιάσουν να ταπεινωθούνε, αρκεί να μην αρκεσθούν στην τρυφή της φθαρτότητας, αρκεί να ατενίσουν μπροστά, πέρα από τα μαρτύρια, τους αγώνες, την άσκηση, τις ταλαιπωρίες και να δουν το Τέλος – την Τελειότητα που προσφέρει ο Θεάνθρωπος δια της Αναστάσεως.

Ο Χριστός Ανέστη νικώντας τους τύπους, νικώντας τον ευσεβισμό, νικώντας την υποκρισία, νικώντας την απιστία, νικώντας την εμπάθεια, νικώντας τον πόνο, τα βάσανα, το μίσος, νικώντας τον Διάβολο, το σκοτάδι, τον Θάνατο.

Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας μην υπάρχει πλέον κανένας δειλός κλεισμένος στο «υπερώο» του. Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας βγούμε όλοι έξω στον κόσμο ομολογώντας με την ζωή μας την χαρά που έχουμε, χωρίς μιζέρια, χωρίς αγωνία για το αν γίνουμε πιστευτοί ή όχι διότι δεν είμαστε εμείς που κάνουμε τους άλλους να συνέλθουν αλλά ο Παράκλητος που έρχεται, που ήρθε. Ας σπάσουμε το καβούκι της μετριότητας και ας εισέλθουμε στο πανηγύρι των τελείων, στο ευωδιαστό ξημέρωμα της ανέσπερης ημέρας που ξεπροβάλει κάτω από το πετραχήλι του πνευματικού μας, μέσα στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

Ανέστη ο Χριστός και η ζωή μας άλλαξε. Ανέστη ο Χριστός και οι τάφοι άδειασαν. Ανέστη ο Χριστός  οι κεκοιμημένοι ξύπνησαν. Ανέστη ο Χριστός και οι αμαρτωλοί συγχωρέθηκαν. Ανέστη Χριστός και οι πιστοί Τον γνώρισαν. Ανέστη Χριστός και όλα πλέον έχουν νόημα.

αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

Το κοσμοϊστορικό, κοσμοχαρμόσυνο, μεγάλο, μοναδικό και ανεπανάληπτο θαύμα της αναστάσεως του Χριστού αποτελεί το κέντρο των εορτών της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι αναμφισβήτητα η «εορτή των εορτών και πανήγυρις των πανηγύρεων» κατά τον ωραιότατο αναστάσιμο κανόνα του αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου.

Η χαρά της αναστάσεως είναι γεγονός που πηγάζει από την απαράμιλλη βεβαιότητα ότι ο Αναστηθείς Χριστός, μας μετάγγισε την αναστημένη θεανθρώπινη ζωή του, καταργώντας το θάνατο, «θανάτω θάνατον πατήσας» κατά το εξαίσιο τροπάριο. Ο πρώτος λόγος του Χριστού μετά την ανάσταση στις καταπληκτικές μυροφόρες είναι: «χαίρετε». Η χαρά αυτή δεν προέρχεται από ένα εφήμερο συναισθηματισμό, από ένα γλυκανάλατο συναίσθημα, από μία τεχνητή χαρμονή. Πρόκειται για την ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, για πανευφρόσυνο άγγελμα, που κατευφραίνει τους λαούς. Για τη βέβαιη νίκη του θανάτου διά του θανάτου του Χριστού. Μέχρι την ώρα εκείνη οι άνθρωποι γνώριζαν πως η επίγεια ζωή εκεί τελειώνει. Το φώς το πλούσιο της αναστάσεως διαμηνύει περίτρανα ότι τώρα «ζωή πολιτεύεται και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι».

Ο Χριστός με την ανάστασή του μας χάρισε την αιώνια ζωή. Μεταλαμβάνοντας το σώμα και το αίμα Του λαμβάνουμε το σπέρμα της αναστάσεως. Στην πασχαλινή, νυκτερινή, θεία Λειτουργία αναγιγνώσκεται μία περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου παρουσιάζεται ο Χριστός ως Φωτοδότης, Σωτήρας και Λυτρωτής. Η ζωή του Θεού είναι η κοινωνία της αγάπης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η ζωή της αγάπης φανερώνεται και προσφέρεται με την ανάσταση του Χριστού που φωτίζει και χαροποιεί τον κόσμο. Το άχαρο σκοτάδι και η παγερή ακοινωνησία της αμαρτίας αδυνατεί ν’ αναστείλει το αναστάσιμο φως, γιατί κατά τον υπέροχο υμνωδό «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια· εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού εν η εστερέωται».

Ο άνθρωπος καλείται ελεύθερα να δεχθεί το φως στη ζωή του, την κοινωνία αγάπης με το Χριστό, που θα του χαρίσει την αληθινή χαρά. Ο Χριστός ποτέ δεν επεμβαίνει δυναστικά στη ζωή των ανθρώπων. Ηθελημένα πολλοί, παρασυρμένοι από τα πάθη της οιήσεως και της φιλαυτίας, επέλεξαν το σκοτάδι και όχι το φως στη ζωή τους. Όσοι όμως άφησαν ταπεινά ανοιχτές τις καρδιές τους δέχθηκαν τη χάρη της υιοθεσίας, γινόμενοι χαριτωμένα τέκνα Θεού. Πρόκειται για πράξη αναγεννητική και μεταμορφωτική, προσωπικής αναστάσεως και ανατάσεως, για νέο τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου στη χαρισματική κοινωνία του Θεού. Ο Χριστός από αγάπη προσέλαβε στη θεία του φύση την ανθρώπινη φύση, δίχως την αμαρτία, όχι για να την αφομοιώσει, αλλά για να μας παρουσιάσει τον αληθινό άνθρωπο και να τον ανυψώσει με την ένδοξη ανάστασή του στα δεξιά του Ουρανίου Πατρός.

Ο Αναστηθείς Χριστός, η Αυτοαλήθεια, μας δωρίζει νέο τρόπο υπάρξεως. Ο πιστός μετέχοντας σε προσωπική κοινωνία με τον ζώντα Χριστό χριστοποιείται, χαριτώνεται, αγιάζεται. Μόνο τότε και έτσι ο άνθρωπος ζει την αληθινή ζωή, την χριστοζωή, γιατί νεκρώνει τη ζωή της αμαρτίας, των αντίθεων παθών, του φοβερού εγωκεντρισμού και του αυτονομιστικού ατομισμού. Ο αληθινός χριστιανός δεν ζει για τον εαυτό του, αλλά για τον «υπέρ ημών αποθανόντα και αναστάντα Κύριον». Συνδεόμενος θυσιαστικά με τον Σταυροαναστηθέντα Χριστό ζει την προσωπική του αναγέννηση και ανάσταση.

Με την ανάσταση του Χριστού, την ακράδαντη πίστη σε αυτή και τη ζωή της χάριτος, λαμβάνουμε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Μας τ’ αναφέρει λεπτομερώς ο θεσπέσιος Απόστολος Παύλος στην ωραία επιστολή του προς τους Γαλάτες: «ο καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκρά­τεια». Τα χαρίσματα δεν είναι απλά συναισθήματα, αποτελέσματα ωραίων σκέψεων, είναι η θεία Χάρη, η ευλογία του Θεού, οι ουράνιες δωρεές, στον ταπεινό αγωνιστή, στον σταυροφόρο και σταυρωμένο χριστιανό. Είναι τα δώρα που δεχόμαστε μέσα στην Εκκλησία με την ανάσταση του Χριστού.

Μόνο όποιος έχει γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα, είναι αληθινό και υπάκουο τέκνο της Εκκλησίας μπορεί να είναι χαριτωμένος και χαρούμενος και να μην είναι σκυθρωπός, κατηφής και μισοκακόμοιρος. Η Εκκλησία μας διασαλπίζει προς όλους περίτρανα τη νύχτα της αναστάσεως διά της θεοκίνητης γλώσσας του ιερού Χρυσοστόμου: «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνα­τος». Αυτή είναι η πολύτιμη πραγματικότητα της αναστάσεως απ’ όπου πηγάζει η μακάρια χαρά.

Ο Χριστός με την ανάστασή του μας ενώνει μαζί του. Η αγάπη του Αναστάντος Ιησού μας κάνει παιδιά του. Έτσι γινόμαστε όλοι μεταξύ μας αδέλφια. Γι’ αυτό μας προτρέπει ο υμνωδός: «αλλήλους περιπτυξώμεθα» και «τοις μισούσιν ημάς, συγχωρήσωμεν πάντα τη αναστάσει και ούτω βοήσωμεν Χριστός ανέστη».

Είναι γνωστό, αγαπητοί μου αδελφοί ότι από την Κυριακή του Πάσχα αναγιγνώσκεται το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, που συνεχίζεται όλες τις Κυριακές του πανευφρόσυνου Πεντηκοσταρίου. Ο θείος και ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης, ο πρώτος θεολόγος της Εκκλησίας μας, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο συνοδός της Θεοτόκου, μας έδωσε ένα απαράμιλλο κείμενο, όντως θεοχαρίτωτο, η υψηλή πνευματικότητα του οποίου κρύβεται στην απαλότητα μάλλον του λόγου και τη μία κάποια θα λέγαμε αδεξιότητά του και όχι στη φιλοσοφική ή ποιητική του δημιουργία και έκφραση. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για την πιο πνευματική γραφή όλου του χριστιανικού κόσμου.

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας οδηγεί στο χαρμόσυνο φως του Αναστάντος Χριστού. Μας λέγει πως αποστολή που του ανέθεσε ο ίδιος ο Θεός είναι να μαρτυρήσει περί του φωτός, να μας πει φιλικά και αδελφικά, ποιός είναι ο κύριος φωτοδότης, το φως του οποίου διώχνει όλα τα πυκνά και πηχτά σκοτάδια και χαρίζει την αιώνια ζωή. Μόνο ο Χριστός είναι το αληθινό φως, το κατ’ εξοχήν φως, το κυρίως φως, το ζωοπάροχο. Εν τούτοις οι άνθρωποι άφησαν το φως κι έτρεξαν να ψάχνουν μάταια για άλλα φώτα, που τάχα θα τους χαροποιήσουν. Όσοι ακολουθούν αυτό το φως της αληθείας καθίστανται υιοί φωτός, φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας. Αφετηρία της νέας ζωής ως υιών του Θεού είναι το πανάγιο θέλημα του Πανάγαθου Θεού.

Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου ο ιερέας στην Ωραία Πύλη μας προσκαλεί να παραλάβουμε «φως εκ του ανεσπέρου φωτός». Οι πιστοί σπεύδουν να  ανάψουν τις πασχαλινές λαμπάδες τους και μετά τη θεία λειτουργία το μεταφέρουν προσεκτικά στα σπίτια τους, για να τα φωτίσουν και ν’ ανάψουν το καντήλι τους, και να το διατηρήσουν αναμμένο επί σαράντα ημέρες. Είναι το ευλογημένο αναστάσιμο φως. Το φως αυτό πηγάζει από την όντως ζωή, την αυτοζωή, τον Ιησού Χριστό, το αυτοφώς, που νίκησε το ηθικό και οντολογικό σκοτάδι, που φώτισε τον άδη και νίκησε το θάνατο.

Το αναστάσιμο φως των αναμμένων λαμπάδων συμβολίζει επίσης το ζωογόνο φως της ορθοδόξου πίστεως, που θα πρέπει να πυρπολεί τα βάθη των καρδιών μας. Το φως αυτό το άναψε η ευλάβεια της μητέρας, η ευσέβεια του πατέρα, ο φόβος του Θεού του αναδόχου, ο ζήλος του κατηχητή, η ασίγαστη μέριμνα του ιεροκήρυκα, του καλού ποιμένα της ενορίας μας, που θα πρέπει να μνημονεύσουμε ευγνώμονα τα ονόματά τους στην πασχαλινή αναίμακτη θεία ιερουργία. Το φώς της πίστεώς μας θερμαίνει στους μακρούς χειμερινούς παγετούς, στα πικρά κύματα του ταραγμένου πελάγους της παρούσης ζωής.

Ήλθε ο Χριστός στον κόσμο για να αναστήσει, αναμορφώσει και ζωοποιήσει τους «τεθανατωμένους τη αμαρτία». Με την πρώτη διά της μετανοίας αυτή ανάσταση των ανθρώπων δεν ολοκληρώθηκε το έργο του. Με τη δική του ανάσταση χαρίζει και τη δική μας ανάσταση, αφού αυτός είναι η ζωή και η ανάσταση των ανθρώπων. Ο Χριστός τρεις δεκαετίες μένει στην αδοξία, την αφάνεια και τη σιωπή. Μας διδάσκει κι έτσι. Μας νουθετεί να προετοιμαζόμαστε καλά. Να μαθητεύουμε στην ταπείνωση. Ν’ αγαπάμε το αδιαφήμιστο. Να ακούμε κιόλας. Να μη μόνο μιλάμε. Έχει πολλά να μας νουθετήσει και η σιωπή. Ο Χριστός που είναι το φως, η ζωή και η ειρήνη του κόσμου, την τελευταία επίγεια τριετία του, άφησε τη σιωπή και κήρυξε «ρήματα ζωής αιωνίου». «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα». Αυτό το φως όμως πολλοί, ακόμη μέχρι σήμερα, το αγνόησαν, το απέφυγαν, θέλησαν να το σβήσουν. Γιατί; Γιατί «πας ο φαύλα πράσσων μισεί το φώς και ουκ έρχεται προς το φως, ίνα μη ελεγχθή τα έργα αυτού».

Οι άνθρωποι νόμιζαν πως φυλάκισαν τη ζωή σε ένα τάφο. Τον ασφάλισαν καλά. Έβαλαν μάλιστα και στρατιώτες να τον φυλάνε. Η Εκκλησία στηρίζεται σε ένα κενό τάφο. Ο τάφος ανέτειλε ζωή. Ο τάφος απέβη πηγή ανεκλάλητης κι ανέκφραστης χαράς. «Πού σου θάνατε το κέντρον, πού σου Άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς επί μνήματος». Ο τάφος δεν μπόρεσε να κρατήσει το Χριστό περισσότερο από τρεις ημέρες. Είναι κρίμα μεγάλο, αδελφοί μου, μετά την τριήμερη ανάσταση του Χριστού να παραμένουμε ενταφιασμένοι στην άφωτη και άχαρη φυλακή των παθών. Σε διάφορους τάφους κακιών, φθόνων, εχθροτήτων και ηδονών. Να μη θέλουμε να αναστηθούμε και να ελευθερωθούμε και να ζήσουμε ζωή χαρισάμενη. Είναι ιδιαίτερα τραγικό να μη θέλουμε να αξιοποιήσουμε το μεγαλειώδες γεγονός της αναστάσεως, που είναι καταπληκτικό μήνυμα ελευθερίας και κήρυγμα χαράς. Μας ελευθερώνει από τον τυραννικό θάνατο και μας χαρίζει χαρά αναφαίρετη υπερουράνιας ειρήνης.

Η ανάσταση του Χριστού προβάλλεται πανηγυρικά από την Εκκλησία μας με χαρμόσυνες ευχές, κωδωνοκρουσίες, φωτοχυσίες, λαμπρά ενδύματα και εδέσματα, ακόμη και φωτοβολίδες και κροτίδες για να σημαίνει τον μύχιο ανθρώπινο πόθο, την απροσμέτρητη λαχτάρα, την ακόρεστη δίψα για αιωνιότητα, πιστοποίηση και βεβαίωση της θανατώσεως του θανάτου, της νίκης της ζωής. Παρ’ όλ’ αυτά όμως η ανάσταση του Χριστού παραμένει στην ουσία της ένα σιγαλό, ήσυχο και μυστικό γεγονός, που τελεσιουργείται στα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς. Η ανάσταση του θεανθρώπου και ως ιστορικό γεγονός καλά καταγεγραμμένο συνέβη στη σιγή της νύχτας, δίχως κανένα φως, κρότο, διαφήμιση, φωνές, κοσμοσυρροή και λαοσύναξη. Δίχως την παρουσία αγγέλων και τους ήχους σαλπίγγων αρχαγγέλων. Κατά τους αγίους πατέρες συνέβη κοντά στα ξημερώματα, στα γλυκοχαράματα μιας νέας ημέρας. Πρόκειται για την καινή ημέρα, για καινότητα εν Χριστώ ζωής, την οποία προκαλείται και προσκαλείται ελεύθερα να οδεύσει ο κάθε άνθρωπος.

Είναι αλήθεια πως «έγινε η Ανάσταση εν σιωπή κατά μυστικό και μυστηριώδη τρόπο, όπως πρέπει να γίνεται η ανάσταση και στη ψυχή του κάθε άνθρωπου» (άρχιμ. Ευσέβιος Κόκκορης). Δεν αρνούμαστε καθόλου τον πανηγυρισμό και εορτασμό της μεγάλης εορτής. Γι’ αυτό και το Πάσχα ονομάζεται Λαμπρή. Θα είναι όμως πάλι κρίμα αν μείνουμε προσηλωμένοι στον εξωτερικό διάκοσμο, το χοροτράγουδο και το φαγοπότι. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα, διαπόρθμευση. Μετάβαση από το θάνατο στη ζωή. Βίωση εντός μας, μ’ ένα ανέκφραστο τρόπο, του υπερφυούς γεγονότος της αναστάσεως του Χριστού, ως πρόγευση της προσωπικής μας αναστάσεως. Ας επιτραπεί συνοπτικά και παρενθετικά να αναφέρουμε κάτι που και άλλοτε έχουμε πει. Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε, λατρεύουμε και προσκυνούμε Χριστό Σταυροαναστηθέντα. Καθημερινά βιώνουμε τον σταυρό και την ανάσταση. Δεν καταλήγουμε στο σταυρό. Δεν παρακάμπτουμε το σταυρό. Δεν οδηγούμεθα στο Κενό Μνημείο αν δεν διέλθουμε απαραίτητα από τον Γολγοθά. Δεν υπάρχει Ανάσταση δίχως Σταυρό. Αυτό έχει σημασία. Αν δεν βιώσει κανείς καλά την κατάνυξη του Τριωδίου δεν θα χαρεί την ευλογία του Πεντηκοσταρίου. Ορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι πηγαίνουν κατευθείαν στην ανάσταση και μιλούν άνετα και πρόχειρα για μία θεολογία του έρωτα, της ελευθερίας και της χαράς…

 

H ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 


 Χριστός κατελθών προς πύλην Άδου μόνος· Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα. Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού• και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου.
Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο.
Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός• και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή.
Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση.
Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή.
Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος.
Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα.
Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’
Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος.

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

H ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Όπως λένε οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Κύριος κατά το διάλειμμα της τριημέρου Ταφής Του, την οποία σήμερα εορτάζουμε, έπρεπε να ολοκληρώσει το έργο Του. Έπρεπε να ευαγγελισθεί την σωτηρία και να ελευθερώσει από τα δεσμά του διαβόλου και αυτούς που είναι στον Άδη.

Και γι’ αυτό κατήλθε η παναγία Του ψυχή στον Άδη και «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α’ Πετρ. 3:19), κατά τον άγιο Απόστολο Πέτρο. Και εκεί τον ανέμεναν. Όπως τον ανέμεναν οι ζωντανοί άνθρωποι να τους ελευθερώσει από τον διάβολο και από τον θάνατο, έτσι τον ανέμεναν εκεί και οι πεθαμένοι απ’ αιώνων άνθρωποι, να τους ελευθερώσει και αυτούς.

Και γι’ αυτό ο Κύριος με πολλή φιλανθρωπία, από αγάπη, κατέβηκε προς τον σκοτεινό Άδη και εκεί έλαμψε το φως του Προσώπου Του και φώτισε και παρηγόρησε και αυτούς τους ανθρώπους, που ήσαν αδίκως κρατούμενοι υπό του διαβόλου.

*****

Βλέπουμε λοιπόν πάλι την μεγάλη αγάπη του Υιού του Θεού και Θεού μας, ο οποίος κανένα δεν άφησε που να μην ευεργετήσει με τον σταυρικό Του Θάνατο και με την αγία Του Ανάσταση. Αλλά βλέπουμε και την άκρα ταπείνωσή Του, διότι καταδέχθηκε, ενώ ήταν Θεός προαιώνιος, όχι μόνο να γίνει άνθρωπος, όχι μόνο να πάθει τα φρικτά Πάθη, τα οποία ζήσαμε αυτές τις άγιες ημέρες, και να υπομείνει τον σταυρικό Θάνατο σαν να ήταν ο τελευταίος κακούργος, αλλά και αυτή την ταπείνωση δέχθηκε, να μπει νεκρός στον Τάφο.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η τριήμερος Ταφή του Κυρίου, κατά την οποία το Σώμα Του τοποθετήθηκε στον τάφο όπως ενός οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, δείχνει με πόση ταπείνωση μας παραδόθηκε ο Θεός.

Ήξερε ότι εμείς θα τον κακοποιούσαμε, αλλά επειδή μας αγαπούσε, δέχθηκε και να τον κακοποιήσουμε, δέχθηκε και να τον θανατώσουμε, δέχθηκε και να τον βάλουμε στον τάφο. Νομίζω, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ταπείνωση που μπορούσε ο Θεός να δεχθεί από αυτήν που σήμερα εορτάζουμε· την τριήμερο ολόσωμο Ταφή Του.

Είναι μεγαλύτερη ταπείνωση και από τον σταυρικό Θάνατό Του, διότι στον σταυρικό θάνατο είχε τις αισθήσεις Του, ήλεγχε την κατάσταση, αλλά εκεί πλέον στον τάφο νεκρός παρεδόθη ο Κύριος και ετάφη και τον κάλυψε η πλάκα του τάφου.

*****

Έτσι με την μεγάλη αυτή ταπείνωση, που δεν υπάρχει μεγαλύτερη απ’ αυτήν, διόρθωσε τον μεγάλο εγωισμό τον δικό μας. Διότι εκείνο που χώρισε τον άνθρωπο από τον Θεό και τον άνθρωπο από τον άνθρωπο ήταν ο εγωισμός.

Ο Κύριος, για να θεραπεύσει τον μεγάλο εγωισμό τον δικό μας, που έφθασε τόσο ψηλά, ώστε και τον ίδιο τον Θεό, τον Πατέρα τον Ουράνιο, να προδώσει ο άνθρωπος, έπρεπε σαν αντίβαρο να φθάσει στο άλλο άκρο, στην μεγαλύτερη ταπείνωση που μπορούσε να φθάσει ο άνθρωπος. Και σ’ αυτήν την ταπείνωση έφθασε ο Θεάνθρωπος Κύριός μας.

Και έτσι με την μεγαλύτερη ταπείνωση, με την ύψιστη ταπείνωση την δική Του, που έδειξε ο Κύριος, διόρθωσε τον δικό μας ύψιστο εγωισμό και βοηθάει και εμάς τώρα να γίνουμε όχι άνθρωποι του εγωισμού αλλά άνθρωποι της ταπεινοφροσύνης.

Πρέπει λοιπόν, αδελφοί μου, εάν θέλουμε να αναστηθούμε σε μία νέα ζωή σαν Χριστιανοί, ζωή πίστεως, αγάπης, προσευχής, πρέπει να μπούμε και εμείς σ’ ένα μνήμα. Αυτό το μνήμα είναι το μνήμα της ταπεινοφροσύνης. Εκεί να θάψουμε τον εγωισμό μας, για να αναστηθούμε μαζί με τον Χριστό σε μία νέα ζωή.

Μακάρι η σημερινή ημέρα να είναι και για μας μία ημέρα που θα πάρουμε απόφαση να αγαπήσουμε τον Χριστό, να αγωνισθούμε κατά του εγωισμού μας και των παθών μας και να ζητήσουμε από τον Κύριο να μας δώσει, και με τον δικό μας καθημερινό αγώνα, αυτή την νέα ζωή που δίνει σε όλους τους δικούς Του αφοσιωμένους και ταπεινούς υιούς Του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΛΥΚΕΡΙΟΣ Ο ΓΕΩΡΓΟΣ

 

 

Τη μνήμη του Αγίου Γλυκερίου, του γεωργού, τιμά σήμερα 23 Απριλίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Μάρτυς Γλυκέριος αναφέρεται στο Συναξάρι του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου.

Όταν ο Άγιος Γεώργιος ήταν κλεισμένος στη φυλακή, η φήμη των θαυμάτων του είχε φθάσει σε όλη την πόλη και τα περίχωρα.

Έτσι πλήθος κόσμου κάθε νύχτα γέμιζε τη φυλακή, δίδοντας μεγάλα δώρα στους δεσμοφύλακες για να δει τον Άγιο και να λάβει πνεύμα δυνάμεως, πνεύμα χαράς, πνεύμα πίστεως και αγάπης. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο πτωχός Γλυκέριος.

Είχε στην κατοχή του ένα μόνο βόδι, το οποίο ψόφησε την ώρα που όργωνε το χωράφι του. Έπεσε λοιπόν στα γόνατα του Αγίου Γεωργίου και τον ικέτευε να τον βοηθήσει.

Στην ειλικρινή ομολογία του ότι πιστεύει στον Θεό, ο Άγιος τον προέπεμψε λέγοντάς του ότι το βόδι του ήταν ζωντανό.

Όταν το διαπίστωσε ο Γλυκέριος, επέστρεψε στον Άγιο για να τον ευχαριστήσει και κραύγαζε:

«Μέγας ο Θεός του Γεωργίου». Για τον λόγο αυτό συνελήφθη και υπέστη τον διά ξίφους θάνατο.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ-Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ



: Μάτην φυλάττεις τον τάφον, κουστωδία. Ου γαρ καθέξει τύμβος αυτοζωΐαν.
Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης».
Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.
Απολυτίκιον
Ήχος β’.
Ο ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καθελών το άχραντόν σου Σώμα, σινδόνι καθαρά, ειλήσας και αρώμασιν, εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο.

 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

 

Στα πολλά και ποικίλα προβλήματα της ζωής, προσωπικά ή συλλογικά, τοπικά ή παγκόσμια, μπορεί να αναρωτηθεί ο άνθρωπος: «πού είναι ο Θεός; Γιατί σιωπά; Υπάρχει;»

Πράγματι, φαίνεται ως να μην νοιάζεται για μας, να βαρέθηκε να ασχολείται με μας ή, ενδεχομένως, να είναι ανύπαρκτος. Πειρασμοί – λογισμοί σε κρίσιμες, οριακές στιγμές.

Η Μεγάλη Παρασκευή του Ιησού κατανοείται στο σημείο που βιώθηκε η δική μας Μεγάλη Παρασκευή.

Αν ένοιωσες εγκατάλειψη απ’ όλους.

Αν είσπραξες απόρριψη.

Αν γεύτηκες τη σιωπή του Θεού.

Αν βίωσες τη λύπη «έως θανάτου»,

Τότε μπορείς να ταυτιστείς με το Χριστό ή, μάλλον, να καταλάβεις κάπως το δικό Του Γολγοθά. Και, σίγουρα, δεν μπορείς να του πεις «γιατί σε μένα;».

Ο θάνατος του Θεανθρώπου επιφανειακά αποδεικνύει την αποτυχία Του. Μόνος,  εγκαταλελειμμένος από τους μαθητές και το πλήθος που πριν λίγες μέρες κραύγαζε το «Ωσαννά», χωρίς τη δόξα του Υιού του Θεού, μέσα στη σιωπή του Πατέρα Του, κατεβαίνει στον τάφο.

Πέθανε! Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί; Κι ας είναι Θεάνθρωπος! Τον κηδεύουν οι Μυροφόρες, ο Αγαπημένος Μαθητής, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και η Μητέρα Του. Στον τάφο καταλήγει ο Μεγάλος Διδάσκαλος!

Όταν όλα βεβαιώνουν την αποτυχία και ο θάνατος είναι το Αμήν της ιστορίας σου, καθώς του Κυρίου σου, τότε μπορείς να προσδοκάς την ανάστασή σου, καθώς ο Κύριός σου.

Ποια λογική μπορεί να ερμηνεύσει το θάνατο του Θεανθρώπου και του ανθρώπου;

Πώς να αποδείξεις την Ανάστασή Του και να αναμένεις τη δική σου, αφού ανατρέπονται τα δεδομένα;

Στη σιωπή του Θεού και τη φαινομενική απουσία Του, ετοιμάζεται η «άλλη βιοτή, της αιωνίου απαρχής». Για να τη ζήσεις χρειάζεται το «απαρνησάσθω εαυτόν» – τη λογική, το θέλω σου, τα χαρίσματά σου- και να Τον εμπιστευθείς, κυρίως όταν Εκείνος σιωπά και φαίνεται ως να μην υπάρχει για σένα, ως να πέθανε για σένα.

Μεγάλη Παρασκευή! Με τον Επιτάφιο στολισμένο με λουλούδια που σηματοδοτούν τη Ζωή. Μέσα στα λουλούδια βρίσκεται η Εικόνα του Ιησού Χριστού που, άφωνος και χωρίς ζωή, ετοιμάζει το «Ανάστα ο Θεός».

Στηριγμένοι στη δική Του πορεία, από το θάνατο στη Ζωή, μπορούμε να ελπίζουμε και να πορευόμαστε με τη βεβαιότητα ότι τον τελευταίο λόγο δεν τον έχουμε εμείς, ό,τι και να είμαστε, όπως και να ζούμε, αλλά Εκείνος που νίκησε το θάνατο με το θάνατο.

«Πώς σε κηδεύσω, Θεέ μου;»

Πώς να κατανοήσομε το θάνατο και την ταφή σου; Πώς να δεχτούμε την αποτυχία και την απογοήτευση που η ζωή μαςβεβαιώνει;

Έλα, καθώς ξέρεις και σε χρόνο που θέλεις, και χάρισέ μας ελπίδα Αναστάσεως. Αμήν!

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 Μεγάλη Παρασκευή: Όχι μπάνιο - Τι δεν κάνουμε ποτέ τη μέρα αυτή

Μὲ ῥωτᾶς, σεβαστὴ ἀδελφή, γιά τοὺς τρεῖς χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ἦταν ντυμένος καὶ σκεπασμένος ὁ Κύριος κατά τὸ διάστημα ἀρκετῶν ὡρῶν τή Μεγάλη Παρασκευή. Γιατὶ ὁ Πιλᾶτος τὸν ἔντυσε μὲ πορφυρὸ χρῶμα; Γιατὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἔντυσε μὲ λευκὸ χρῶμα; Καὶ γιατὶ οἱ ἐκτελεστὲς ἐπίσης λίγο πρὶν Τὸν θανατώσουν Τὸν ἔντυσαν πάλι μὲ τὸν δικὸ Του χιτῶνα;

Ὅλα ὅσα συνέβησαν κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἔχουν μεγάλη σημασία, ὅλα ἀποκαλύπτουν κάποια ἀλήθεια καὶ χρησιμεύουν ὡς δίδαγμα στούς ἀνθρώπους. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ διδάγματα εἶναι ἄμεσα καὶ ἐμφανῶς ἀντιληπτά, ἐνῶ κάποια ἄλλα εἶναι ἔμμεσα καὶ μὲ παραστάσεις πού χρήζουν ἑρμηνείας. Τὸ σκέπασμα τοῦ Χριστοῦ μὲ τρεῖς χιτῶνες ἀνήκει σ’ αὐτὴν τή δεύτερη κατηγορία διδαγμάτων.

Ὁ Πορφυρὸς χιτῶνας εἶναι ὁ χιτῶνας τοῦ Ῥωμαίου αὐτοκράτορα. Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε στόν Πιλάτο ὅτι τὸ βασίλειό Του «οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰωά. 18, 36) αὐτὸ φάνηκε στό ὑλιστικὸ πνεῦμα τοῦ Ῥωμαίου ἀξιωματούχου ὡς ἀνοησία καὶ ὡς ἐμπαιγμὸς τῆς αὐτοκρατορικῆς ἀξιοπρέπειας. Γι’ αὐτὸ οἱ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου ἔντυσαν τὸν Χριστὸ μὲ πορφυρὸ χιτῶνα ‒δηλαδή μὲ τὸν πιὸ εὐτελῆ πού μποροῦσαν νά βροῦν‒ γιά νά τὸν χλευάσουν ἀποκαλώντας Τον βασιλιά. Ἀλλὰ καὶ μόνον αὐτὸς ὁ χιτῶνας αὐτοκρατορικοῦ χρώματος μαρτυρεῖ γιά τὸν Κύριο, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πράγματι Βασιλιάς. Οἱ παλικαράδες τοῦ Πιλάτου, λοιπόν, κοροϊδεύοντας στήν πραγματικότητα ἀνακήρυξαν τὸν Κύριο σ’ αὐτό πού πράγματι ἦταν! Κανεὶς ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς δέν μποροῦσε νά διανοηθεῖ ὅτι τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ θὰ κυριαρχήσει πάνω στή Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία καὶ σὲ κάθε ἄλλη αὐτοκρατορία τοῦ κόσμου.

Ὁ βρώμικος βασιλιὰς Ἡρώδης, περίμενε πώς ὁ Χριστὸς θὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστὰ του. Δέν ἐπιθυμοῦσε, βέβαια, κάποιο χρήσιμο καὶ φιλάνθρωπο θαῦμα, ἀλλὰ ἕνα βάρβαρο θαῦμα τὸ ὁποῖο θὰ χρησίμευε μόνο γιά τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἐν τῷ μεταξύ, μπροστὰ του στεκόταν τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ κόσμου: ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ ἀναμάρτητος. Ἡ ἀκριβὴς ἀντίθεση τοῦ βασιλιᾶ τῆς γενοκτονίας καὶ τοῦ δολοφόνου τοῦ Ἰωάννη τοῦ προδρόμου. Ἐγὼ κρατῶ ὅτι αὐτὸς ὁ νέος ἀκάθαρτος ἀπόγονος τοῦ Ἠσαῦ μποροῦσε νά πιστέψει σὲ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ τίποτα καί ποτέ στό θαῦμα τῆς ἁγνότητας καὶ τοῦ ἀναμάρτητου ἑνὸς ἀνθρώπου. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ μέγιστο καὶ σπάνιο θαῦμα στάθηκε μπροστὰ του.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ἀλλὰ αὐτὸς βρώμικος στή ψυχὴ δέν μποροῦσε νά τὸ δεῖ. Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὶς προσδοκίες του ὁ Ἡρώδης ἔντυσε μὲ λευκὸ χιτῶνα τὸν Χριστό. Τὸ λευκὸ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθαρότητας καὶ τῆς ἀθωότητας. Θὰ διάβασε, βέβαια, ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζονται μὲ λευκοὺς χιτῶνες. Κι ἔτσι λοιπόν, ὁ ἀκάθαρτος Ἡρώδης πού σκέφτηκε ὅτι ὁ Χριστὸς δεν εἶναι καθαρὸς ὅπως καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι, Τοῦ φόρεσε λευκὸ χιτῶνα, σύμβολο τῆς καθαρότητας καὶ τῆς ἁγνότητας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ στίς δύο περιπτώσεις ἀναγνώριση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς Του, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἔγινε ἄθελά τους καὶ ἀσυνείδητα.

Τέλος, μόνο πρὶν τή σταύρωση ὁ Κύριος ντύθηκε μὲ τὸν δικὸ Του χιτῶνα. Ἦταν ὁ χιτῶνας πού τοῦ εἶχε ὑφάνει ἡ δικὴ Του Ἁγία Μητέρα, ἡ Θεοτόκος. Εἶναι ὁ ἴδιος χιτῶνας μὲ τὸν ὁποῖο περπάτησε στή γῆ καί πάνω στόν ὁποῖο οἱ στρατιῶτες στόν Γολγοθᾶ ῥίχνουν τὰ ζάρια. Ἀλλὰ δέν βλέπεις σ’ ὅλα αὐτὰ ἕνα μεγάλο δίδαγμα γιά μᾶς; Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἀποφαίνονται γιά τὸ ἂν εἴμαστε καλοὶ ἢ κακοί. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπόφασή τους μᾶς ἐκτιμοῦν, μᾶς θαυμάζουν ἢ μᾶς κατακρίνουν. Οἱ διάφορες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων δέν μοιάζουν γιά μᾶς μὲ χιτῶνες; τή μία μᾶς ντύνουν μὲ τὸν χιτῶνα τοῦ σοφοῦ, τὴν ἄλλη μὲ τὸν μαδνύα τοῦ τρελλοῦ. Τή μία μᾶς περιβάλλουν μὲ τὸν μανδύα τῆς ἀνδρείας, τὴν ἄλλη μᾶς σκεπάζουν μὲ τὰ κουρέλια τῆς ἀπαξίωσης. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ χιτῶνες γρήγορα βγαίνουν κι ἀλλάζουν, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀσταθεῖς καί συχνὰ ἐναλλασσόμενες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως, ἐν τέλει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ φανεῖ μὲ τὸ δικὸ του χρῶμα, μὲ τὸν δικὸ του χιτῶνα.