Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Η ΑΜΟΙΒΗ ΤΗΣ ΕΜΠΡΑΚΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ





~ Ο Γέροντας ενός ερημικού κελλίου με τους δύο υποτακτικούς του ήταν προσκεκλημένοι σ’ ένα γειτονικό Μοναστήρι, που επανηγύριζε.
Στην αρχή ο Γέροντας δεν ήθελε να πάει, γιά ν’ αποφύγει τις τιμές που συνήθως του έκαναν εκεί. Την παραμονή ακριβώς, άκουσε μυστηριώδη φωνή στον ύπνο του, να τον διατάσσει, να πάει οπωσδήποτε στο πανηγύρι, αφού στείλει νωρίτερα τους υποτακτικούς του.
Μόλις ξημέρωσε, ο Γέροντας έδωσε ευλογία στους μαθητάς του να ξεκινήσουν. Καθ’ οδόν, συνάντησαν πεσμένο κάτω έναν υπερήλικα μοναχό, να βογγά, ο οποίος τους είπε: «Είμαι άρρωστος». Πήγαινα στο γιατρό με το ζώο μου. Μα ξαφνικά μ’ έρριξε κάτω και έφυγε. Δεν ξέρω τι έγινε. Ούτε άνθρωπος βρέθηκε να με βοηθήσει να σηκωθώ».
Τότε οι υποτακτικοί απάντησαν ως εξής: «Τί να σου κάνουμε, γέροντα; Είμασθε και εμείς πεζοί και βιαστικοί», και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Σε λίγο, να και ο Γέροντάς τους, που έσκυψε πάνω από τον άρρωστο με συμπόνοια και τον ερώτησε με καταφανή έκπληξη:
«Καλά, δεν επέρασαν πριν λίγο από εδώ, δύο νεαροί μοναχοί; Γιατί δεν τους σταμάτησες;»
«Με είδαν, Αββά μου», είπε με λύπη ο ασθενής: «Μου είπαν όμως, πως είναι βιαστικοί και δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι…».
«Έλα, να σέ ανεβάσω στους ώμους μου», είπε ο Γέροντας αποφασιστικά, «και ο Θεός θα βοηθήσει, να φθάσουμε εκεί που πηγαίνεις».
Με πολύ κόπο, ανέβασε τον άρρωστο στους αδύνατους ώμους του. Το βάρος στην αρχή του φάνηκε ασήκωτο. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να σέρνει τα πόδια του. Όμως, παράδοξο πράγμα! Σιγά-σιγά, το φορτίο αλάφραινε, ώσπου σε μιά στιγμή του φάνηκε πως του έφυγε από την πλάτη. Σήκωσε το κεφάλι του να δει τι συμβαίνει. Και αντί γιά τον άρρωστο που είχε σηκώσει, μπροστά του στεκόταν ένας Άγγελος.
«Μέ έστειλε ο Κύριος να σε πληροφορήσω», του είπε ο Άγγελος, με μιά γλυκειά φωνή, «πως μόνο τότε θ’ αξιωθούν οι μαθητές σου να βρεθούν μαζί σου στην Βασιλεία Του, όταν ακολουθήσουν τα ίχνη σου. Διαφορετικά, άδικα κοπιάζεις και προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Ο Θεός δίνει στον καθένα την αμοιβή των έργων του»!!!
Ο ευλογημένος Γέροντας, επέστρεψε στο Κελλί του, γιά ν’ αρχίσει καινούργιο αγώνα. Χρειαζόταν ακόμη κοπιαστική εργασία, γιά να μορφώσει τους χαρακτήρες των υποτακτικών του.