Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΗ Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

 «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πάσα η γή…». 
 Μ᾿ ένα λόγο: Ας ευφραίνωνται οι ουρανοὶ και ας αγάλλεται η γη για τον επουράνιο, που κατόπιν έγινε επίγειος. Ο Χριστός παρουσιάζεται με ανθρώπινο σώμα, αγαλλιάσθε με τρόμο και χαρά. Με τρόμο για την ενοχὴ της αμαρτίας και με χαρὰ για την ελπίδα της σωτηρίας…
Πάλι διαλύεται το σκοτάδι, πάλι υπάρχει το φως.Ο λαὸς που καθόταν στο σκοτάδι της αγνοίας, ας δει το μεγάλο φως της θεογνωσίας.
 «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδοὺ γέγονε τα πάντα καινά». Το νεκρὸ γράμμα υποχωρεί. Το πνεύμα επικρατεί. Οι σκιὲς του νόμου περνούν. Η αλήθεια θριαμβεύει.
Αυτός, που ως Θεὸς δεν έχει μητέρα, γεννιέται χωρὶς πατέρα. Γιατί στον Δημιουργό της φύσεως δεν ισχύουν οι φυσικοὶ νόμοι. Όλα τα έθνη χειροκροτήστε, γιατί «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὠμοῦ αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος».
Αυτος που είναι άναρχος και αιώνιος, τώρα λαμβάνει αρχή. 
Αυτος που είναι αυθύπαρκτος, δημιουργείται. 
Αυτος που είναι άπειρος, χωρείται στην περιορισμένη ανθρώπινη φύση.
 Αυτος που πλουτίζει με τα αγαθά Του τον κόσμο, γίνεται φτωχὸς, παίρνοντας ανθρώπινο σώμα, για να πλουτίσω εγὼ με την θεότητά Του.
Ποιὸς μπορεί να παραστήσει πόσος είναι ο πλούτος της αγαθότητός Του; Γι᾿ αυτό και συ μαζὶ με τον αστέρα τρέξε και μαζὶ με τους Μάγους φέρε Του για δώρα, χρυσὸ και λιβάνι και σμύρνα. Τίμησέ Τον ως Βασιλέα και Θεὸ και ως Λυτρωτή, που νεκρώθηκε για σένα. Μαζὶ με τους ποιμένες δόξασέ Τον, με τους αγγέλους ύμνησέ Τον, με τους αρχαγγέλους σκίρτησε απὸ χαρά. Ας είναι κοινὴ η πανήγυρις των ουρανίων και των επιγείων δυνάμεων…

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

του πατρός Δημητρίου Μπόκου

«Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον»!

Ακατάληπτο, αλλά και πολύπλευρο μυστήριο η Γέννηση του Χριστού. Από όπου και να το πιάσει κανείς, είναι ξένο. Διαφορετικό από ό,τι γνωρίζαμε στον δικό μας κόσμο. Όλα τα του Χριστού, αλλά και τα της Παναγίας, είναι παράδοξα. Υπέρλογα. Πάνω απ’ τη συνήθη λογική.

Ο τρόπος της Γέννησης είναι πρόβλημα άλυτο. «Πώς ο εν υψίστοις οικών εκ παρθένου τίκτεται;» Πώς «εν μήτρα χωρείται γυναικός», αυτός που είναι τόσο μεγάλος, ώστε να έχει για θρόνο του τον ουρανό και υποπόδιο τη γη; Πολλοί προσπάθησαν να δώσουν μια εξήγηση, με τη μόνη μέθοδο που ξέρει ο άνθρωπος: Τη λογική ανάλυση. Κάποιοι είπαν ότι δεν έγινε πραγματικά άνθρωπος ο Χριστός, αλλά φαινομενικά, εικονικά. Κάτι σαν φάντασμα, σαν όραμα, μια φαντασία, ένα ολόγραμμα. Άλλοι είπαν ότι η Παναγία γέννησε έναν απλό άνθρωπο και ότι μετά, σε κάποια άλλη φάση, ο Θεός ενώθηκε με αυτόν τον άνθρωπο. Ποια είναι η αλήθεια;

Την αλήθεια τη φανέρωσε ο Χριστός, όταν είπε για τον εαυτό του (τον Υιό και Λόγο του Θεού), ότι ήταν Θεός τέλειος, όπως ακριβώς και ο Πατέρας του. Αυτός «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Στη γη κατέβηκε ο ίδιος ο Χριστός, αυτοπροσώπως. Ο ίδιος που εισήλθε στην κοιλιά της Παναγίας ως Θεός, εξήλθε μετά ως Θεάνθρωπος. Παίρνοντας σάρκα από την Παρθένο, πρόσθεσε στη θεία του φύση και την ανθρώπινη. Ο Θεός σαρκώθηκε πραγματικά. Η Παρθένος κράτησε μέσα της προσωρινά τον ίδιο τον Θεό, προσθέτοντάς του τη σάρκα. Γέννησε τον Θεό ως άνθρωπο. Δεν γέννησε έναν απλό άνθρωπο για να ενωθεί μαζί του μετά ο Θεός, αλλά «δι’ αυτής διήλθεν ο Κύριος, εξ αυτής προήλθεν ο Ύψιστος». Γι’ αυτό και λέγεται Θεοτόκος. Αλλιώς θα ήταν απλώς ανθρωποτόκος, σαν όλες τις άλλες μητέρες.

Και όχι μόνο γεννήθηκε πραγματικά (και όχι φαινομενικά) ο Θεός, αλλά προσέλαβε και εντελώς καθαρή ανθρώπινη φύση. Αυτήν που εξαρχής είχε πλάσει ο ίδιος για τον Αδάμ. Με τα αρχέγονα δομικά της στοιχεία, το γνήσιο αρχέτυπο, χωρίς αμαρτία. Η αμαρτία δεν ανήκει στην αρχική φυσική δομή της ανθρώπινης φύσης, αλλά προέκυψε αργότερα, ως καρπός της θέλησης του ανθρώπου. Είναι καρπός επιλογής, στοιχείο επίκτητο. Η ανθρώπινη όμως θέληση του Χριστού, αφότου ενώθηκαν πάνω του οι δύο φύσεις, ήταν ευθυγραμμισμένη απόλυτα με τη θεία του θέληση. «Ουκ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού» γεννήθηκε. «Εκ Πνεύματος Αγίου». Χωρίς ουδεμία ροπή προς το κακό. Συνεπώς:

Ο Χριστός γεννήθηκε άνθρωπος αληθινός, όμοιος σε όλα με μας, εκτός από την αμαρτία.

Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

 


Την ημέρα του μεγάλου και ανερμηνεύτου γεγονότος της κατά σάρκας Γεννήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού από την Υπεραγία Θεοτόκο τιμά σήμερα, 25 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας.
Μετά τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και ενώ πλησίαζε ο καιρός να τελειώσουν οι εννιά μήνες από την υπερφυσική σύλληψη του Χριστού στην Παρθενική μήτρα της Παναγίας μας, ο Καίσαρ Αύγουστος διέταξε απογραφή του πληθυσμού του ρωμαϊκού κράτους. Τότε ο Ιωσήφ μαζί με τη Θεοτόκο, ξεκίνησαν για τη Βηθλεέμ, για να απογραφούν εκεί.
Έτσι ξεκίνησαν από την Ναζαρέτ και ύστερα από ένα μεγάλο ταξίδι έφτασαν στην Βηθλεέμ… όπου επειδή είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου δεν κατάφεραν να βρουν κατάλυμα, παρά μόνο ένα φτωχικό σπήλαιο.
Εκεί η Θεοτόκος γέννησε τον Κύριο Ιησού Χριστό και σπαργάνωσε σαν βρέφος τον Κτίστη των απάντων. Έπειτα Τον έβαλε επάνω στη φάτνη των άλόγων ζώων, διότι «έμελλε να ελευθέρωση ημάς από την αλογίαν», όπως γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Από τότε, όλοι οι πιστοί χριστιανοί με χαρά ψάλλουν τον ύμνο των Αγγέλων εκείνης της νύχτας: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Ευαγγέλιο Λουκά, Β’ 1-20).
Δηλαδή, Δόξα ας είναι στο Θεό, που βρίσκεται στα ύψιστα μέρη του ουρανού και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη από την αμαρτία ας βασιλεύσει η Θεία Ειρήνη, διότι ο Θεός έδειξε την αγάπη Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του.
Ανάλυση ονόματος:
ΧΡΙΣΤΟΣ: Ο εκλεκτός, αυτός που έχει το χρίσμα, ο απεσταλμένος από τον Θεό για να σώσει τον κόσμο.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’.
Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω, το φως το της γνώσεως· εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν, τον Ήλιον της δικαιοσύνης, και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα σοι.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

ΒΛΕΠΕΤΕ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΗ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ) ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

 



 Βλέπετε μέσα σε όλη αυτήν την ιστορία (της Γεννήσεως) δεν υπάρχει ούτε ένα παράπονο. Ούτε του Χριστού ούτε της Παναγίας ούτε του Ιωσήφ ούτε κανενός. Τον διώχνουν, φεύγει. Δεν θα μπορούσε ο Χριστός να μείνει εκεί και να μην πάθει τίποτα; σίγουρα!
Δεν θα μπορούσε να αρπάξει τον Ηρώδη, αφού ήταν Θεός, να ψοφήσει ο Ηρώδης να γλυτώσει ο κόσμος όλος; Θα γλύτωναν και τα καημένα τα παιδάκια τα άλλα.
Ένα "έτσι" να του έκανε, τον έπαιρνε. Τίποτα από όλα αυτά! Τον καταδίωξαν, έφυγε. Θα μπορούσε να μείνει και να μην Τον δει κανένας, να Τον φυλάξουν οι άγγελοι. Ποιος θα Τον έβλεπε; Θεός ήταν τα πάντα μπορούσε να κάνει. Εδώ Άγιοι άνθρωποι και το έκαναν!
Όταν πήγα στον πάτερ Ιάκωβο την πρώτη φορά, στην Εύβοια, μας διηγήθηκε εκεί -το όποιο μετά το εξακρίβωσα και από άλλους- βέβαια ήταν πολύ απλός αυτός και ήταν μια μέρα που ήταν πολύ κουρασμένος και βγήκε έξω στην αυλή να περπατήσει λίγο και σταμάτησαν δύο πούλμαν εκεί στην αυλή τα οποία βέβαια πήγαν για να τον δουν. Και παρακάλεσε τον Άγιο Δαυίδ, λέει: "Άγιε Δαυίδ, σε παρακαλώ, σκέπασέ με να μη με δουν!"
Και τότε μέσα στη μέση της αυλής έγινε αόρατος, δεν τον έβλεπαν! Αυτός τους έβλεπε όλους κι εκείνοι ρωτούσαν: 
"Μα που είναι ο πάτερ Ιάκωβος;".
 Και έλεγε εκείνος: "Κύριε ελέησον! μα δεν με βλέπουν;"
Και ρωτούσαν τον πάτερ Κύριλλο, αυτόν που είναι τώρα Ηγούμενος, λέγαν:
- Πού είναι ο πατήρ Ιάκωβος;
- Εδώ ήταν τώρα!
- Μα δεν είναι εδώ!
Και ήτανε μέσα στη μέση τους και δεν τον έβλεπαν! Και επειδή εκείνο το πούλμαν το συνόδευε ένας Αγιορείτης Ηγούμενος, μετά το εξακρίβωσα, τον ρώτησα, λέω: Πήγατε την τάδε μέρα στο μοναστήρι;
 Λέει: "Ναι, πήγαμε και ψάχναμε τον Γέροντα και δεν τον βρήκαμε, έλειπε". 
- Δεν έλειπε, εκεί ήταν!
- Μα πώς ήταν εκεί; Αφού δεν τον βρήκαμε.
Κι όμως ήταν εκεί!
Θέλω να πω ο Θεός δεν είναι δύσκολο να φυλάξει έναν άνθρωπο, πολύ περισσότερο τον εαυτό Του.
Αλλά βλέπετε ταπεινώθηκε. Όταν τον έδιωξαν έφυγε. Πήγε κρύφτηκε, δεν αντιτάχθηκε. Δεν έκανε επίδειξη ισχύος να πει: "Εγώ θα μείνω εδώ! Δεν φοβάμαι τίποτα!" ας πούμε, όπως θα λέγαμε εμείς, κάτι παλικάρια που λένε: "χτύπα, στήθος μάρμαρο!". Τέτοιες παλικαριές δεν τις έκανε γιατί είναι σοβαρός ο Θεός, δεν κάνει αστεία όπως κάνουμε εμείς.
Είναι καλό μέσα σε όλα αυτά που θα κάνουμε ας πιάσουμε και λίγο την Καινή Διαθήκη, το Ευαγγέλιο να διαβάσουμε σε μια ώρα ησυχίας αυτές τις περιγραφές της Γέννησης του Χριστού.
Και ας κρίνουμε και λίγο τη ζωή μας. Πώς είναι η ζωή του Χριστού και πως είναι η δική μας ζωή. Πώς είναι η συμπεριφορά του Χριστού, ο λόγος Του, οι πράξεις Του, η ζωή Του ολόκληρη και πώς είναι η δική μας.
Και νομίζω έτσι μπορούμε πραγματικά να ωφεληθούμε. Τουλάχιστον να ταπεινωθούμε. Να δούμε πόσο απέχουμε.. Και βλέποντας πόσο απέχουμε, μπορεί να προσευχηθούμε λίγο καλύτερα και λίγο θερμότερα και να παρακαλέσουμε το Θεό να μας ελεήσει και να έρθει να γεννηθεί στην καρδιά μας μέσα, όπως καταδέχτηκε να μπει σε εκείνο το σπήλαιο, το βρώμικο.
Η δική μας η καρδιά είναι χειρότερη από ακάθαρτο σπήλαιο αφού μέσα φιλοξενούμε τόσα πάθη και τόσες αμαρτίες.

ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΡΗΤΗΣ

 


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ


 

Η ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΡΩΜΑΤΙΖΕΙ ΚΙ ΕΜΑΣ

 

Αγίου Παϊσίου

– Τί βοηθάει, Γέροντα, να αποκτήσης μια αρετή;

– Να συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει αυτήν την αρετή. Όπως, αν συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει ευλάβεια, θα μπορέσης σιγά-σιγά να αποκτήσης κι εσύ ευλάβεια, το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις αρετές, γιατί η αρετή των άλλων αρωματίζει κι εμάς.

Όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας στις αρετές των άλλων και προσπαθούμε να τις μιμηθούμε, οικοδομούμαστε. Αλλά και στα ελαττώματά τους, όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατί τα δικά τους ελαττώματα μας βοηθάνε να δούμε τα δικά μας.

Και το μεν χάρισμα του άλλου με παρακινεί να αγωνισθώ, για να το μιμηθώ, ενώ το ελάττωμά του με κάνει να σκεφθώ μήπως το έχω κι εγώ και σε τι βαθμό το έχω, για να αγωνισθώ να το κόψω.

Βλέπω λ.χ. κάποιον που έχει εργατικότητα. Το χαίρομαι και προσπαθώ να τον μιμηθώ. Βλέπω σε έναν άλλο ότι έχει περιέργεια. Δεν κατακρίνω τον αδελφό, αλλά ψάχνω να δω μήπως έχω κι εγώ περιέργεια.

Κι αν δω ότι έχω, προσπαθώ να την κόψω.

Αν όμως βλέπω μόνον τις δικές μου αρετές και τα ελαττώματα των άλλων, ενώ τα δικά μου ελαττώματα τα παραβλέπω ή τα δικαιολογώ και λέω: « είμαι καλύτερος και από αυτόν και από εκείνον και από τον άλλον!», πάει, βούλιαξα.

Ο καθρέφτης μας είναι οι άλλοι. Στους άλλους καθρεφτιζόμαστε και βλέπουμε τον εαυτό μας, και οι άλλοι βλέπουν τις μουντζούρες μας και πλενόμαστε με την υπόδειξή τους.

Η ΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΙΑ

 

 


Τη μνήμη της Αγίας και Οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας τιμά σήμερα, 24 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας.
 Η Αγία Ευγενία έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Καταγόταν από τη Ρώμη και οι γονείς της ονομάζονταν Φίλιππος και Κλαυδία. Επίσης, είχε και δύο άλλα αδέλφια, τον Αβίτα και το Σέργιο. Λόγω της δουλειάς του πατέρα της, όπου την εποχή εκείνη είχε διοριστεί στην Αλεξάνδρεια, πήγε εκεί με όλη της την οικογένεια.
Εκεί η Ευγενία σπούδασε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και έμαθε άριστα την ελληνική και ρωμαϊκή φιλολογία.
Όταν τελείωσε τις σπουδές της, ψάχνοντας για περισσότερη γνώση πήρε στα χέρια της από μια χριστιανή κόρη τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου.
Όταν τις διάβασε, εντυπωσιάστηκε πολύ. Εκεί μέσα δεν υπήρχαν θεωρίες και φιλοσοφικές δοξασίες. Οι γραμμές τους ενέπνεαν ζωή και ελπίδα. Εκείνη την περίοδο, οι γονείς της ήθελαν να τη δώσουν σύζυγο σε κάποιον Ρωμαίο αξιωματούχο, τον Ακυλίνα. Τότε η Ευγενία, αρνούμενη να δεχτεί αυτή την πρόταση των γονέων της, κάποια νύχτα ντύθηκε ανδρικά και έφυγε σε άλλη πόλη.
Εκεί κατηχήθηκε, βαπτίστηκε χριστιανή και έλαβε το μοναχικό σχήμα. Μετά από χρόνια, επέστρεψε στο σπίτι της και η αναγνώριση από τους γονείς της έγινε μέσα σε δάκρυα και μεγάλη χαρά. Δεν πέρασε πολύς καιρός και όλοι στο σπίτι της Ευγενίας δέχτηκαν το χριστιανισμό. Από μίσος τότε οι ειδωλολάτρες σκότωσαν τον πατέρα της. Και όταν η Ευγενία επέστρεψε στη Ρώμη, επειδή δε θυσίαζε στα είδωλα, την αποκεφάλισαν. Έτσι παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο.
Ανάλυση ονόματος:
ΕΥΓΕΝΙΟΣ: (ευ + γένος) = ο έχων καλή καταγωγή και αισθήματα.
Aπολυτίκιο:
Θείου Πνεύματος τη υμνωδία, φως προσέλαβες θεογνωσίας, Ευγενία Χριστού καλλιπάρθενε, και εν οσίων χορεία εκλάμψασα, αθλητικώς τον εχθρόν εθριάμβευσας. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε δωρίσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

                


 Σε έναν από τους πιο όμορφους προεόρτιους ύμνους των Χριστουγέννων ο υμνογράφος βάζει την Παναγία να σκύβει, αν και μητέρα, μπροστά στον Χριστό, όπως οι δούλοι μπροστά στον βασιλιά, και να αναρωτιέται: «Πώς ενεσπάρης μοι ή πώς μοι ενεφύης, ο λυτρωτής μου και Θεός;».

Αυτό το ερώτημα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο στην εποχή μας. Από την μία είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε κάθε ανορθολογισμό, ακόμη κι αν αυτός έχει να κάνει με θέματα που υπερβαίνουν τις δυνατότητες του νου μας, όπως είναι τα ζητήματα της πίστης, και από την άλλη είμαστε υποταγμένοι και αποδεχόμαστε πλήθος ανορθολογισμών, όπως είναι τα τυχερά παιχνίδια, το στοίχημα, τα καζίνο, σειρές που αναφέρονται σε βρικόλακες, εξωγήινους, Deja vu. Η κριτική κατά του ανορθολογισμού εξαντλείται στην θρησκευτική πνευματικότητα και δεν επεκτείνεται ευρύτερα. Αυτό δεν αναιρεί την νοοτροπία που έχουμε ότι κάθε ιερό δεν έχει λογική. Στην πραγματικότητα, κάθε ιερό έχει την δική του λογική. Αυτό που είναι παράλογο είναι όταν βαφτίζουμε στην θρησκευτικότητα κάθε πεποίθησή μας ιερή και δεν αρκούμαστε στα όσα η Εκκλησία μας, δοκιμασμένα στους αιώνες, έχει αποδεχτεί ως υπερβαίνοντα  την φύση των πραγμάτων. Η υπέρβαση όμως δεν σημαίνει κατάργηση της φύσης, αλλά χρήση της με ένα άλλο νόημα, μιαν άλλη προοπτική.

Το ερώτημα της Παναγίας είναι συγκλονιστικό: το παιδίον νέον Χριστός «ενεσπάρη». Δεν γεννήθηκε εκτός των φυσικών τρόπων και νόμων, αλλά με υπέρβασή τους. Δεν προσέλαβε σάρκα κατά τον φυσικό ανθρώπινο τρόπο: με την σύμμειξη αρσενικού και θηλυκού, αλλά εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Η θεία οικονομία χρησιμοποιεί την φύση των πραγμάτων που η ίδια δημιούργησε, αλλά αφήνει κατά μέρος το στοιχείο της φθοράς. Διότι η μείξη αρσενικού και θηλυκού, μαζί με την γέννα μιας νέας ύπαρξης, μεταδίδει τον θάνατο, καθώς ό,τι έχει αρχή, έχει και τέλος. Ο Χριστός όμως δεν προσέλαβε τον θάνατο, καθότι υπήρξε υιός ανθρώπου, της Παναγίας, όχι όμως υιός ανθρώπων. Ο θάνατος για τον Χριστό ήταν εκούσια επιλογή, καθότι ήρθε για να ζήσει άπαντα τα ανθρώπινα, πλην της φθοράς.

Ταυτόχρονα, ήρθε για να δείξει στον άνθρωπο ότι η αμαρτία δεν είναι θρονιασμένη στην φύση μας εξ ανάγκης, δεν κληρονομείται, αλλά επιλέγεται. Η αμαρτία ως αποτυχία να βρούμε τον αληθινό σκοπό της ζωής μας, την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο που υπερβαίνει τον εαυτό και το εγώ μας, είναι παρούσα στην ζωή μας όχι γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτή, αλλά επειδή συνεχώς την επιλέγουμε, θεοποιώντας με ποικίλους τρόπους τον εαυτό μας. Όταν θέλουμε εμείς να έχουμε τον τελευταίο λόγο και όχι ο Θεός, όταν αρνούμαστε στον Θεό να έχει οποιονδήποτε λόγο στην ζωή μας, όταν αντιστεκόμαστε στην αγάπη και ζητούμε τα πάντα να είναι για τον εαυτό μας, τότε ζούμε την αμαρτία στις ποικίλες της πτυχές. Ο Χριστός ήρθε για να μας δείξει ότι μέσα από την σχέση μαζί Του, δεν είμαστε μόνοι αν θέλουμε να αγωνιστούμε πνευματικά, και θα νικήσουμε το κακό. Με την ανάσταση των νεκρών μάλιστα, θα νικήσουμε οριστικά και την φθορά του χρόνου!

Το ερώτημα της Παναγίας  δεν παύει να αποτελεί το ερώτημα κάθε ανθρώπου: πώς μπορώ από την απορία να περάσω στην αναγέννηση; Για να γίνουν τα Χριστούγεννα η ευκαιρία να γνωρίσουμε τον δικό μας Λυτρωτή και Θεό.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΟ

 

Και για να μιλήσω με συντομία, είναι αδύνατον ο νους του ανθρώπου να μην θαυμάσει και να μην αισθανθεί πνευματική αγαλλίαση όταν στοχασθεί τα εξής α’.

Ότι το φοβερό μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως είναι ακατάληπτο, όχι μόνο σε όλους τους σοφούς του κόσμου και στους νηπίους και ατελείς ανθρώπους ως προς την πίστη τους στον Χριστό, αλλά ακόμη και σε αυτούς τους πλέον υψηλούς και οξύνοες και τελείους άνδρες και στους μεγάλους θεολόγους, που είναι όμοιοι ως προς τα πνευματικά χαρίσματα με αυτόν τον μέγα Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, τον μεγαλύτερο από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες β΄.

Ότι αυτό είναι ακατάληπτο, όχι μόνο στην κατώτερη και περικόσμια ιεραρχία των Αρχών, των Αρχαγγέλων και των Αγγέλων όχι μόνο στη μέση των Κυριοτήτων, των Δυνάμεων και των Εξουσιών αλλά και σε αυτή που είναι άμεση σχετικά με τον Θεό και ανώτατη ιεραρχία των Θρόνων, των Χερουβίμ και Σεραφείμ και σε αυτούς ακόμη τους πρεσβύτατους και πρώτιστους Νόες στην υπέρτατη ιεραρχία. Και γ’ ότι αυτό το μυστήριο πρόκειται να μείνει ακατάληπτο και ακατανόητο, όχι μόνο στον παρόντα αιώνα αλλά και σε όλους τους ατελείωτους αιώνες των αιώνων.

Επειδή και ο ακριβής τρόπος και λόγος για τον οποίον έγινε, πρόκειται να είναι πάντοτε απόκρυφος και αφανέρωτος σε όλους μαζί τους μακαρίους τόσο αγγέλους όσο και ανθρώπους, καθώς όλα αυτά τα βεβαιώνουν τα εμπνεόμενα από το άγιο Πνεύμα και αδιάψευστα στόματα των ιερών θεολόγων. Γιατί το α’ το επικυρώνει ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος, λέγοντας: «Τί είναι λοιπόν το κορδόνι του υποδήματος, το οποίο δεν λύνεις εσύ που βαπτίζεις τον Ιησού;

Ίσως ο λόγος της ελεύσεως και της σάρκας, του οποίου ούτε το ακρότατο σημείο είναι εύκολα αντιληπτό, όχι μόνο στους σαρκικούς και νηπίους εν Χριστώ, αλλά ούτε και σε αυτούς που ομοιάζουν στο πνεύμα με τον Ιωάννη» (Λόγος στα Επιφάνεια). Και το β’., το επικυρώνει ο εξοχώτατος ανάμεσα στους θεολόγους Διονύσιος, λέγοντας: «Αλλά το πιο σημαντικό σε όλη την θεολογία, δηλαδή η θεοπλαστία του Ιησού σύμφωνα με μας, είναι και ανέκφραστη με κάθε λόγο και άγνωστη σε κάθε νου, ακόμη και στον πρώτο από τους ανωτάτους αγγέλους» (Περί θείων ονομ. κεφ. β’.).

Και στην προς Γάϊο επιστολή λέει: «Απόκρυφος είναι ο Χριστός και μετά την φανέρωσή του, ή για να εκφρασθώ θειότερα, και μέσα στην φανέρωση. Διότι αυτό το μυστήριο του Ιησού είναι κρυμμένο και δεν εκφράζεται με κανένα λόγο και καμία νόηση, αλλά και προφερόμενο μένει άρρητο και νοούμενο μένει άγνωστο». Και το τρίτο το βεβαιώνει ο φερώνυμος και στ’ αλήθεια μέγιστος στην θεολογία Μάξιμος λέγοντας κάπως έτσι: «Το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως, παραμένει πάντοτε μυστήριο· όχι μόνο γιατί φανερώνεται σύμμετρα με την δύναμη των σωζομένων από αυτό, αλλά και γιατί αυτό ακόμη το φανερό, μένει σε όλα απόκρυφο και όπως είναι δεν μπορεί να γνωρισθεί με κανένα λόγο· γιατί ο Θεός που είναι υπερούσιος … και υπεράνω του ανθρώπου ως φιλάνθρωπος, από την ουσία των ανθρώπων έγινε στ’ αλήθεια άνθρωπος και ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο έγινε άνθρωπος θα μείνει διά παντός αφανέρωτος γιατί έγινε άνθρωπος υπεράνθρωπα» (Κεφ. ιβ’ της γ΄ εκατοντ. των θεολογικών).

Γι’ αυτό είχε δίκιο ο ιερός Αυγουστίνος που θεολογούσε γι’ αυτό το υψηλό μυστήριο και στο α’ μέρος των ζητημάτων του είπε, ότι ο Θεός ως παντοδύναμος, έχει την δύναμη να κάνει άλλα τελειότερα κτίσματα, εκτός όμως από αυτά τα τρία, τα οποία δεν δέχονται ούτε αύξηση ούτε προσθήκη· δηλαδή την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού· την Θεομητορική αξία της Παρθένου Μαρίας και την δόξα των μακαρίων.

Ω, μυστήριο, το πιο θαυμαστό από όλα τα μυστήρια! Ας ντρέπωνται λοιπόν αυτοί που δεν δέχονται το αειπάρθενο της Θεοτόκου Μαρίας!

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ:Η ΨΕΥΤΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

 

Πόσο πλανιούνται οι άνθρωποι που αναζητούν την ευτυχία μακριά από τον εαυτό τους, στις ξένες χώρες και στα ταξίδια, στον πλούτο και στη δόξα, στις μεγάλες περιουσίες και στις απολαύσεις, στις ηδονές και σ’ όλες τις χλιδές και ματαιότητες, που κατάληξή τους έχουν την πίκρα!

Η ανέγερση του πύργου της ευτυχίας έξω από την καρδιά μας, μοιάζει με οικοδόμηση κτιρίου σε έδαφος που σαλεύεται από συνεχείς σεισμούς. Σύντομα ένα τέτοιο οικοδόμημα θα σωριαστεί στη γη.

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ

 

Στην Καλύβα «Αγία Τριάς» της ίδιας Σκήτης, ασκητικά ζούσανε πέντε αδέρφια κατά σάρκα, οι όποιοι γίνανε Μοναχοί, και πήρανε τα ονόματα: Αθανάσιος, Γρηγόριος, Αρτέμιος, Φιλάρετος και Μακάριος.

Στην αρχή ζούσανε ομόφωνα με ειρήνη και αγάπη, υπακοή και σεβασμό προς το σχήμα και την Καλογερική, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Μοναχισμού.Με την πάροδο όμως του χρόνου, ξεθύμανε εκείνη ή πρώτη ευλάβεια και λίγο το αδελφικό θάρρος, λίγο το θέλημα πού με τέχνη και πολλή μαστοριά βάνει ό Διάβολος, άρχισαν να κάνει ό καθένας ότι ήθελε, χωρίς να ρωτάει τον άλλον.
Έτσι μπήκε ανάμεσα τους, χωρίς να το καταλάβουν, ή ψύχρα, ακολούθησε γκρίνια και φιλονικίες, οι όποιες καταλήγανε σε σοβαρά επεισόδια, μαλώματα, φωνές, χειροδικίες και έντονα κτυπήματα τόσο, πού ό ένας έσπαγε το κεφάλι, το χέρι, το πόδι ή ότι άλλο μπορούσε του άλλου αδελφού, ώσπου να, τον υποτάξει στη δική του θέληση. Δε σεβόταν ό μικρός το μεγάλο, ούτε ό μεγάλος υπολόγιζε το μικρό αδελφό.

Οι καυγάδες και τα άσχημα επεισόδια συνεχίζοντας σχεδόν κάθε μέρα, ήταν σπάνιο πράγμα να πέρναγε ήμερα και να μην ακούνε, οι γειτονικοί ασκητές, τους αδελφούς αυτούς να καυγαδίζουν και να κτυπιόνται, Όποιος από τους γείτονες ή τους άλλους Πατέρες τολμούσε να επέμβει για να τους χωρίσει ή να μεσολαβήσει να ειρηνεύσουν και να μη μαλώνουν, έφευγε ξυλοδαρμένος κι έτσι κανείς δε μπορούσε να βοηθήσει τα αδέρφια αυτά.
Πέρασαν σαράντα χρόνια μαρτυρικής ζωής, πού τα πέντε αυτά αδέρφια καθημερινά μάλωναν. Οι Πατέρες της Σκήτης είχαν συνηθίσει στις καθημερινές αυτές φωνές τους και λέγανε: «Οί ταραχοποιοί αδελφοί πάλι μαλώνουν και σκοτώνονται». Μετά από το χρονικό αυτό διάστημα των 40 χρόνων, πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη και τρίτη μέρα και, από τ’ αδέρφια αυτά δεν ακούστηκαν οι συνηθισμένες φωνές τους, αλλά στη Καλύβα τους επικρατούσε άκρα σιγή. Στους Πατέρες φάνηκε περίεργο πού δεν άκουγαν να μαλώνουν, άλλα κανείς δεν τολμούσε να πάει για να ιδεί τι συμβαίνει.
Την τρίτη προς την τέταρτη ημέρα, στον ύπνο του Δικαίου της Σκήτης παρουσιάζεται ή Αγία Άννα και του είπε:
«Πηγαίνετε με τους Πατέρες να θάψετε, με δόξες και τιμές, τους πέντε Μάρτυρες του Χριστού, τα πέντε αδέρφια, πού για την αγάπη του Κυρίου γίνανε Καλόγεροι και από φθόνο του Διαβόλου μαλώνανε χωρίς αιτία και παρά τη θέληση τους, το βράδυ όμως κάθε ήμερα μετά το Απόδειπνο, συγχωρούσε από την καρδιά του ό ένας τον άλλον και δε βάστηξε ποτέ ή κακία μέσα τους ούτε μια ολόκληρη ήμερα, διότι εφάρμοζαν με ακρίβεια το ρητό πού λέγει: «Μη έπιδυέτω ό ήλιος επί τω παροργισμό υμών, οργίζεστε, και μη αμαρτάνετε» (Έφεσ. Δ’ 24).
Ό Δίκαιος – πρόεδρος της Σκήτης – άμα άκουσε αυτά από την Αγιάννα, αμέσως κάλεσε τους Πατέρες σε γεροντική Σύναξη και πήγαν όλοι στην Καλύβα, πού ζούσαν τα πέντε αδέρφια, βρήκαν την πόρτα ανοιχτή, μπήκαν μέσα και βρήκαν σε στάση πού βάνουμε μετάνοια μετά το Απόδειπνο μέσα στην εκκλησία και τους πέντε πεθαμένους να εκπέμπουν άρρητη ευωδιά και έπληρώθη σ’ αυτούς το ρητό της Αγίας Γραφής πού λέγει «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε. Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε… και όπου εύρώ σε εκεί και κρίνω σε» (Ματθ. Ζ’ 1,2).
Τότε όλοι οί Πατέρες, αφού πήραν ένα μάθημα ανεξικακίας από τους Μοναχούς αυτούς, με τιμές και θυμιάματα συνόδευσαν τους Μάρτυρες του Χριστού και κήδευσαν τα σώματα τους στο Κοινό Κοιμητήρι με τους άλλους Πατέρες και δόξασαν το Θεό, πού με κάθε τρόπο οικονομεί τη σωτηρία των ανθρώπων.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

 

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, ο κόσμος γίνεται ένα τεράστιο πυροτέχνημα. Ο πλανήτης τυλίγεται στο φως. Έρχονται τα Χριστούγεννα και σ’ όλες τις χώρες οι άνθρωποι συναγωνίζονται να δώσουν λάμψη, περισσότερη λάμψη στον ζοφερό μας κόσμο. Τους πιάνει όλους το φιλότιμο να καταρρίψουν κάθε προηγούμενο ρεκόρ φωτοχυσίας, λαμπρότητας, στολισμού. Πανύψηλα χριστουγεννιάτικα δέντρα, κάθε φορά και μεγαλύτερα, στολίζουν τις πόλεις. Χιλιάδες φωτεινά λαμπιόνια φιλοδοξούν να διώξουν τα σκοτάδια. Άπειρες γιορταστικές εκδηλώσεις κατακλύζουν τα ήδη βαρυφορτωμένα προγράμματα του αγχωμένου ανθρώπου. Οργιαστική γιορτινή διακόσμηση με χαρούμενα χρώματα πλημμυρίζει κάθε γωνιά. Οι δρόμοι στολίζονται, οι πλατείες φωτίζονται. Οι αστροναύτες βλέπουν τη γη να κολυμπάει πιο αστραφτερή στο διάστημα τον καιρό αυτό, πιο εξωτική, αληθινά πανέμορφη.

Κι όμως τί κρίμα!

Ο τόσο εκρηκτικός γιορτινός αυτός καταιγισμός δεν είναι παρά ένα όμορφο πυροτέχνημα και μόνο! Το πυροτέχνημα θα σβήσει σε λίγο, τα φώτα της γιορτής θα κλείσουν, η λάμψη, επιφανειακή και ψυχρή, θα χαθεί.

Αλλά γιατί;

Χριστιανοί και μη σ’ όλον τον κόσμο, γιορτάζουν Χριστούγεννα. Και είναι από μόνο του εντελώς παράδοξο αυτό. Τί δουλειά έχουν οι μη Χριστιανοί με τα Χριστούγεννα; Δεν είναι πρόβλημα γι’ αυτούς, γιατί απλούστατα γιορτάζουν εμπορικά μόνο τα Χριστούγεννα. Και στην πίτα του εμπορίου διεκδικούν όλοι τη μερίδα τους. Να βγάλουν όλοι το κέρδος τους. Αλλά και από τους Χριστιανούς πόσοι θα μπορούσαν να δώσουν μια απάντηση τί και γιατί γιορτάζουν; Πόσοι γνωρίζουν ότι γεννήθηκε ο Θεός, αλλά και τί σημαίνει αυτό; Δεν απασχολεί κανέναν το θέμα αυτό.

Το τιμώμενο πρόσωπο, ο οικοδεσπότης της γιορτής είναι ο Χριστός. Εκείνος γεννήθηκε, αυτουνού τα γενέθλια γιορτάζουμε. Γιατί έχει εξοβελισθεί μεθοδικά από καθετί χριστουγεννιάτικο; Είναι νοητό να γιορτάζουμε τα γενέθλια κάποιου διώχνοντάς τον από τη γιορτή του; Και όμως τέτοια παρανοϊκά πράγματα κάνουμε με τα Χριστούγεννα, τα γενέθλια του Χριστού.

Η άκρατη λοιπόν φαντασμαγορία αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο να αποκρύψει το γεγονός, ότι το νόημα της γιορτής φαίνεται να έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Η λάμψη φωτίζει εκτυφλωτικά την επιφάνεια, μα αδυνατεί να κρύψει τη δήωση που προκάλεσε στην ορμητική της επέλαση η πνευματική ένδεια. Βαθύτερα, η ψυχή του ανθρώπου παραμένει σκοτεινή. Το πνευματικό του θησαυροφυλάκιο έχει λεηλατηθεί. Παρά την όμορφη βιτρίνα, η ζωή του είναι ρημαγμένη.

Ο ανοημάτιστος βίος του καταπνίγει κάθε του ελπίδα. Η εσωτερική του δυστυχία τυλίγει σαν βρόχος τον τράχηλό του. Η εξωτερική φτώχεια στραγγαλίζει ανελέητα τα όνειρά του. Συνέδραμε και η συγκυρία της πανδημίας στις μέρες μας και βυθίζει σε ολοκληρωτική απόγνωση τον ήδη ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Η λύπη του για τη ζωή, που χωρίς πνευματική προοπτική γλιστρά ζοφερή και φεύγει μες από τα δάχτυλά του, τον μαραζώνει. Πώς μπορεί να χαρεί λοιπόν ο άνθρωπος με τα ψυχρά φώτα που φωτίζουν μονάχα απέξω;

Γιατί τόση μιζέρια;

Μα επειδή τίποτε από αυτά δεν αγγίζει την καρδιά. Επείγονται όλοι να πάρουν κάτι από το όνειρο της γιορτής, αλλά χωρίς να δώσουν τίποτε. Ο άνθρωπος συνήθισε να ζητά. Θέλει να παίρνει και όχι να δίνει. Τρομάζει στη σκέψη ότι, αν δίνει χωρίς να παίρνει, μπορεί να καταστραφεί. Έγινε φτωχός επαίτης της χαράς. Ζητιανεύει λίγες σταγόνες της στα φώτα της γιορτής. Γιατί έχει ξεμάθει τα όσα ζεσταίνουν πραγματικά την καρδιά. Δεν κατέχει πια την ικανότητα να αγαπά. Δεν μπορεί να κοινωνήσει με τον συνάνθρωπό του. Και όντως είναι πολύ δύσκολο να το μάθει αυτό!

Για να δούμε όμως, πώς κάποιοι άλλοι το κατάφεραν;

Ένας άγιος γέροντας κάποτε έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, ακολουθώντας τον καλογερικό τους κανόνα κατά δύναμη. Η σκήτη τους ήταν κοντά σε ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο εκείνο μεγάλη δυστυχία. Οι φτωχοί χωρικοί πέθαιναν σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και χτυπούσαν την πόρτα του ερημίτη. Εκείνος πάλι, όντας πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός του όμως έβλεπε με τρόμο το ψωμί τους να λιγοστεύει συνέχεια. Έτσι μια μέρα είπε στενοχωρημένος στον γέροντα:

– Αββά (πατέρα), δεν μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που αναλογούν σε μένα; Από δω και πέρα να μοιράζεις μόνο απ’ τα δικά σου ψωμιά ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσουμε και οι δυο.

Ο αγαθός γέροντας χώρισε τα ψωμιά, έδωσε τα μισά στον υποτακτικό του χωρίς να πει τίποτε, αλλά ο ίδιος συνέχισε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε πολύ σύντομα τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, ξαναπήγε στον γέροντά του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετεί.

Μια μέρα χτύπησε ξανά η πόρτα. Ήταν όπως συνήθως ένας φτωχός. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.

– Δώσε του ένα καρβέλι! πρόσταξε ο γέροντας, που έκανε πως δεν είδε τον μορφασμό του.

– Μου φαίνεται, πως δεν έχουμε πια να φάμε ούτε εμείς! είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον ακούσει κι ο ζητιάνος.

– Πήγαινε και ψάξε καλά! πρόσταξε ο γέροντας.

Απρόθυμα εκείνος ξεκίνησε για το κελλάρι. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από φρέσκα καλοψημένα ψωμιά!

Ο Θεός, που είδε την καλή προαίρεση του γέροντα, τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά πληθύνονταν.

Από την ημέρα εκείνη ο υποτακτικός απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό και στον άγιο γέροντά του κι έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζει κι αυτός τους φτωχούς (από το διαδίκτυο).

Η αγάπη λοιπόν και μόνο φωτίζει και ζεσταίνει την καρδιά. Και αγάπη είναι να δίνεις. Όχι να δίνεις αφού πάρεις, ούτε να δίνεις για να πάρεις. Αλλά να δίνεις χωρίς να περιμένεις τίποτε. Και χωρίς να φοβάσαι τί θα μείνει σε σένα, τί θα γίνεις εσύ. Γιατί μόνο η αγάπη είναι πλούτος. Πλούτος σε χαρά πρώτα. Όταν δίνεις με αγάπη, χαίρεσαι πρώτος εσύ. Αλλά πλούτος και σε υλικά αγαθά. Γιατί όταν εσύ βλέπεις σαν θεό τον φτωχό αδελφό σου και τον νοιάζεσαι, κάνει μετά στη δική σου ζωή κουμάντο ο Θεός. Είναι νόμος πνευματικός αυτό. Και υπόσχεση του Θεού (Λουκ. 12, 31). Πού είναι λοιπόν η πίστη μας;

Γι’ αυτό και ονομάζει σπόρο την αγάπη και την ευσπλαχνία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σπόρο που τον σπέρνεις και σου φέρνει σίγουρη και άφθονη σοδειά, και μάλιστα από το χέρι του Θεού. Και συμπληρώνει:

«Όταν κάνουμε ελεημοσύνη, ας μην προσέχουμε τί δαπάνη κάνουμε, αλλά τί έσοδα θα έχουμε. Ας δίνουμε προσοχή και στις μελλοντικές ελπίδες, αλλά και στο κέρδος της παρούσας ζωής. Γιατί η ελεημοσύνη δεν μας δίνει μόνο τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά και την ασφάλεια και τον πλούτο στην παρούσα ζωή. Ποιος τα λέγει αυτά; Ο ίδιος ο Κύριος που τα δίνει. Γιατί, λέγει, όποιος έδωσε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, θα πάρει εκατό φορές περισσότερα στη ζωή αυτή και θα κληρονομήσει και την αιώνια ζωή (Ματθ. 19, 29). Βλέπεις πως οι αμοιβές και στη μία ζωή και στην άλλη ζωή δίνονται πολύ πλούσιες;»

Ας μη νομίζουμε λοιπόν ότι ελαττώνεται η περιουσία μας, όταν δίνουμε ελεημοσύνη. Δεν ελαττώνεται, αλλά αυξάνεται. Δεν ξοδεύεται, αλλά περισσεύει. Είναι ένα είδος εμπορίας και σποράς αυτό που γίνεται. Ή καλύτερα, είναι επικερδέστερο και ασφαλέστερο και από αυτά τα δύο. Γιατί η εμπορία εξαρτάται από τους ανέμους και τα κύματα της θάλασσας και από ναυάγια πολλά, και η σπορά επίσης από ξηρασίες και πλημμύρες και από καιρικές ανωμαλίες. Τα χρήματα όμως που κατατίθενται στο χέρι του Χριστού είναι πάνω από κάθε επιβουλή. Εκείνα που δόθηκαν κάποτε στον Χριστό, κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι του, αλλά παραμένουν εκεί και μας εξασφαλίζουν πολύ και ανέκφραστο τον καρπό και φέρνουν πλούσιο τον θερισμό στον κατάλληλο καιρό. ‘‘Εκείνος που σπέρνει με τσιγκουνιά’’, λέγει, ‘‘θα θερίσει και με τσιγκουνιά, ενώ εκείνος που σπέρνει με αφθονία, θα θερίσει και με αφθονία’’ (Β΄ Κορ. 9, 6)».

Τα Χριστούγεννα μιλάνε στην καρδιά μας, μόνο όταν κινούμαστε κάπως έτσι. Λίγο εκστατικά. Βγαίνοντας από τον εαυτό μας, αφήνοντάς τον λίγο στην άκρη, για να σκεφτούμε και τον διπλανό μας. Όταν παίρνουμε στα σοβαρά το θέμα της αγάπης. Τα Χριστούγεννα δεν είναι τότε ένα πυροτέχνημα της στιγμής, που το αναζητούμε λαχανιασμένοι για να χαρούμε λίγα δευτερόλεπτα. Όταν δίνουμε χώρο στην καρδιά μας για τον Χριστό, μια θεϊκή, παναρμόνια χριστουγεννιάτικη μουσική αντηχεί διαρκώς μέσα μας. Η ζωή μας γίνεται ολοφώτεινη από μέσα, χωρίς να της χρειάζονται τα χιλιάδες ψυχρά φωτάκια της γιορτής. Το φως το αληθινό, ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, ανατέλλει μόνιμα στην καρδιά. Γιορτάζουμε τότε αδιάκοπα Χριστούγεννα.

Στον βαθμό λοιπόν που η καρδιά μας προσλαμβάνει τον εμπερίστατο συνάνθρωπό μας, ο Χριστός γεννιέται και κατοικεί μέσα μας, φωτίζει τα σκοτάδια, γλυκαίνει την παγωνιά, φυγαδεύει τη δυστυχία μας. Ο δρόμος για τη μεγάλη γιορτή μπροστά μας περνάει από την πόρτα του διπλανού μας.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΕΚΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 


Τη μνήμη των Αγίων Δέκα Μαρτύρων που Μαρτύρησαν στη Κρήτη τιμά σήμερα, 23 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας
: Οι άγιοι Δέκα μάρτυρες μαρτύρησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Από αυτούς, οι μεν Θεόδουλος, Σατορνίνος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός, ήταν από τη Γορτυνία της Κρήτης. Ο Ζωτικός, από την Κνωσό. Ο Αγαθόπους από το λιμένα Πανούρμου. Ο Βασιλειάδης (ή Βασιλείδης) από την Κυδωνιά. Ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος, ή Πόντιος) από το Ηράκλειο.
Και οι δέκα με πολύ ζήλο εργάζονταν για τη διάδοση του Ευαγγελίου στο νησί. Καταγγέλθηκαν στον έπαρχο Κρήτης, που ήταν συνώνυμος του αυτοκράτορα, ονομαζόταν δηλαδή κι αυτός Δέκιος.
Ο έπαρχος, όταν είδε την ανθηρή νεότητά τους και το αρρενωπό τους παράστημα, προσπάθησε να τους παρασύρει με πολλές υποσχέσεις εγκόσμιων απολαύσεων και ηδονών. Αλλά όταν είδε ότι τίποτα δεν πετύχαινε, διέταξε να τους μαστιγώσουν, και κατόπιν τους λιθοβόλησαν.
Οι γενναίοι μάρτυρες του Χριστού υπέμειναν ηρωικά τα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι τα λόγια του ψαλμωδού: «Ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον» (Ψαλμός Λ’ στ. 25). Δηλαδή, να έχετε γενναίο και ανδρείο φρόνημα, και η καρδιά σας ας γίνεται κραταιά και ατρόμητη, όλοι εσείς που ελπίζετε στον Κύριο. Κατόπιν, με διαταγή του έπαρχου, οι στρατιώτες έκοψαν με τα ξίφη τους τις τίμιες κεφαλές των δέκα χριστιανών Αγίων.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Την πολυθαύμαστον Κρήτην τιμήσωμεν, την εξανθήσασαν άνθη τα τίμια, τους μαργαρίτας του Χριστού, Μαρτύρων τους ακρέμονας. Δέκα γαρ υπάρχοντες, αριθμώ οι μακάριοι, δύναμιν μυρίοπλον των δαιμόνων κατήσχυναν· διό και τους στεφάνους εδέξαντο, Μάρτυρες Χριστού οι καρτερόψυχοι.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΟΥΜΕ;

 

Δηλαδή πώς να γιορτάσουμε τα ;

Ο είναι ξεκάθαρος:

«Ας γιορτάσουμε όχι με δημόσιους πανηγυρισμούς αλλά με τρόπο θεϊκό.

Μη στολίσεις τις εισόδους και τους δρόμους αλλά την ψυχή σου.

Μην διοργανώσεις χορούς ούτε να πας σε γλέντια και μεθύσια
που γίνονται αιτία πολλών κακών,
αλλά πάρε μέρος στο ουράνιο πανηγύρι
όπου άγγελοι χορεύουν και τραγουδούν.

Μην χορτάσεις τα μάτια και τ’ αυτιά σου με ακούσματα και θεάματα
αλλά τρέξε μαζί με τους βοσκούς να δεις το θαύμα.

Μην γεμίσεις την κοιλιά σου με το υπερβολικό φαγητό
αλλά γεύσου τον ουράνιο άρτο της ευχαριστίας.

Να μην ντυθείς με πολυτελή ρούχα
και να μην χρησιμοποιήσεις βαψίματα
που κάνουν ψεύτικη την φυσική ομορφιά
αλλά τα καθαρά ρούχα των αρετών».

Κείμενο με ιστορία 16 αιώνων, αλλά εκπληκτικά επίκαιρο για την εποχή μας.

Σήμερα, λίγο πριν τον εορτασμό του μεγάλου αυτού γεγονότος που χώρισε την ιστορία σε π.Χ. και μ.Χ. ας συνειδητοποιήσουμε τις μεγάλες αυτές αλήθειες και ας προετοιμαστούμε για αληθινή συμμετοχή στα μυστήρια. Έτσι και η γέννηση του Χριστού θα είναι πραγματική στις καρδιές μας και το πνευματικό μας ημερολόγιο δεν θα γράψει 2020 προ Χριστού, χωρίς Χριστό, αλλά μετά Χριστόν, δηλαδή μαζί με το Χριστό.

Καλὰ Χριστούγεννα!

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

 Για να έχουν αποτέλεσμα οι προσευχές μας - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE

Έχουμε δικαίωμα, αδελφοί μου, να παρακαλούμε τον Θεό να μας θεραπεύσει· να θεραπεύσει τις οποιεσδήποτε σωματικές αρρώστιες μας και την ψυχή μας από τις οποιεσδήποτε πληγές και αδυναμίες, από τα πάθη, από το χτικιό της αμαρτίας.

Μπορεί όμως κάποιος από μας, καθώς ζητάει τη θεραπεία του, να φθάνει στο σημείο –επειδή δεν απαντά ο ουρανός, επειδή δεν απαντά ο Θεός, επειδή τα πράγματα δείχνουν ότι δεν προσέχει ο Θεός– να βγάζει τέτοιο συμπέρασμα: «Δεν ακούει ο Θεός. Δεν με δέχεται· με απορρίπτει. Μπορεί σε άλλους να το έκανε το θαύμα, αλλά σε μένα δεν θα το κάνει». Ή ακόμη χειρότερα –γιατί είναι πολύ κρίσιμες αυτές οι ώρες– μπορεί να μπαίνει μέσα στην ψυχή του η αμφιβολία: «Μήπως έγινε ποτέ κάποιο θαύμα; Μπορεί να διαβάσαμε, και να μας είπαν ότι κάποτε έγιναν θαύματα, όχι μόνο από τον ίδιο τον Κύριο, αλλά και από τους αποστόλους του και από τους αγίους· μήπως όμως δεν έγιναν, παρά μόνο γράφονται και λέγονται;» Αυτό, όπως είπα, είναι ακόμη χειρότερο. Διότι όχι απλώς πείθεται κανείς ότι δεν υπάρχει για τον εαυτό του καμιά θεραπεία ούτε σωτηρία, αλλά γενικότερα φεύγει η πίστη που έχει μέσα του.

Όποιος από μας –και μήπως, βάζοντας το χέρι στην καρδιά, ομολογήσουμε ότι δεν εξαιρείται κανένας μας– φθάνει ή έχει φθάσει σ’ αυτό το σημείο, καθώς δεν απαντά, όπως νομίζει, ο ουρανός, καθώς δεν προσέχει ο Κύριος, να λιγοστεύει η πίστη του, να εκλείπει η πίστη του, και να πείθεται πλέον ότι δεν γίνεται γι’ αυτόν τίποτε ή, όπως είπαμε, ακόμη χειρότερα, να αμφιβάλλει αν ποτέ έγινε θαύμα, όποιος λοιπόν ζει τέτοιες καταστάσεις και έχει τέτοια βιώματα, να ανησυχήσει. Δεν είναι πιστός αυτός ο άνθρωπος. Αυτός σαν να μην είναι βαπτισμένος, σαν να μην είναι χριστιανός. Καταλάβατε;

Και είπαμε, δεν ξέρω αν εξαιρείται κανένας μας. Τέτοιοι χριστιανοί είμαστε, και γι’ αυτό ο Κύριος θα μας αφήσει πολύ να παιδευτούμε. Και χρειάζεται ο άνθρωπος να μη σκανδαλισθεί από τη στάση αυτή του Θεού, αλλά μέχρι τέλους, καθώς θα διαπιστώνει ότι φεύγει η πίστη του, να προσπαθεί ακριβώς τότε να πιστέψει. Διότι θα δει κανείς στην πράξη ότι χάνεται η πίστη αυτή που νόμιζε ότι είχε, όμως δεν πρέπει να τα παρατήσει τα πράγματα, να τα εγκαταλείψει, δεν πρέπει να απογοητευθεί, αλλά ακριβώς τότε να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις και όση πίστη μπορεί να διαθέσει ως άνθρωπος και να παρακαλέσει και τον Θεό να του δώσει και άλλη πίστη. Όποιος λοιπόν έτσι ενεργήσει, θα δει να γίνεται το θαύμα στην ψυχή του.

Να πιστέψουμε, αδελφοί μου, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς ενδοιασμούς. Να γίνουμε δηλαδή χριστιανοί αληθινοί. Έτσι σκέπτονται οι βαπτισμένοι χριστιανοί, οι ορθόδοξοι χριστιανοί· έτσι να γίνουμε κι εμείς. Και να μη σκανδαλισθούμε καθόλου ούτε απόψε ούτε αύριο –ποτέ– για να ανοίξει η ψυχή μας και να γεμίσει με πίστη. Έτσι, να δει ο Θεός ότι έχει να κάνει με ανθρώπους πίστεως, ώστε, όταν εκείνος κρίνει ότι είναι ώρα, να αρχίσει να θαυματουργεί μέσα μας: να μας καθαρίζει από τα πάθη μας, να στερεύει τα πάθη, να καθαρίζει την ψυχή μας από τη λέπρα της αμαρτίας· να γιατρέψει την ψυχή μας και τα σώματά μας και να κάνει ό,τι άλλο. Εκείνος ξέρει πότε και πόσο θα μας θεραπεύσει.

Δεν ξέρω πώς τα ακούτε αυτά, πώς τα καταλαβαίνετε, αλλά, παρακαλώ, ήρθε η ώρα να γίνουμε χριστιανοί. Μπορεί μέχρι τώρα να ξεφεύγαμε από δω και από κει, και να μην έχει γίνει μέσα στην ψυχή μας το βήμα αυτό που κάνει τον άνθρωπο να είναι πιστός του Θεού άνθρωπος. Όμως, ήρθε η ώρα να γίνει.

Όσο περισσότερο βλέπουμε και διαπιστώνουμε ότι δεν απαντά ο Θεός, ότι δεν απαντά ο ουρανός, όσο περισσότερο βλέπουμε ότι σαν να μας απορρίπτει ο Θεός, σαν να μη μας ακούει, σαν να μη μας δέχεται, τόσο βεβαιότερο είναι ότι ήρθε η ώρα αυτή, και τόσο περισσότερο εμείς να πιστέψουμε, να εξακολουθήσουμε να πιστεύουμε, να παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας δώσει πίστη, και να επιστρατεύσουμε τις δυνάμεις μας, για να εκδηλώσουμε αυτή την πίστη.

Είναι κάτι που το περιμένει ο Θεός από τον άνθρωπο. Δεν είναι κάτι, για το οποίο επιτρέπεται να πει κανείς: «Εγώ δεν μπορώ να το κάνω». Όχι. Δεν υπάρχει κανείς που να δικαιολογείται να πει: «Εγώ αδυνατώ». Είμαστε όλοι έτσι φτιαγμένοι, που να μπορούμε να το κάνουμε αυτό, εφόσον δεχόμαστε τον Θεό, εφόσον εμπιστευόμαστε στον Θεό, εφόσον ζητούμε τη βοήθειά του.

Να το κάνουμε, αδελφοί μου, για να γίνουμε, όπως είπαμε, χριστιανοί, για να ανοίξει αυτός ο δρόμος, και να αρχίσει να θαυματουργεί μέσα μας ο Κύριος, δίνοντάς μας την υγεία της ψυχής και την υγεία του σώματος.

 π. Συμεών Κραγιοπούλου

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ:ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ;

 

 Η αγιότητα δεν είναι απλά «ορθότητα» ή «τιμιότητα», για την οποία οι «ηθικοί» πρόκειται να «ανταμειφθούν» στην Ουράνια Βασιλεία του Θεού.

Είναι εκείνο το ύψος, κατά το οποίο οι άνθρωποι είναι πλημμυρισμένοι με τη Χάρη του Θεού, η οποία διοχετεύεται από αυτούς προς όλους όσους τους συναναστρέφονται.

Η αγιότητα των αγίων, προέρχεται από τη δική τους άμεση και συνεχή θεωρία της δόξας του Θεού.

Οι άγιοι είναι, επίσης, γεμάτοι από την αγάπη για τον πλησίον η οποία αγάπη, προέρχεται από την αγάπη που έχουν αυτοί προς τον Θεό και γι’ αυτό ανταποκρίνονται σε κάθε ανθρώπινη ανάγκη.

Και σε κάθε ανθρώπινο αίτημα του πλησίον τους, οι άγιοι ενεργούν σαν διαμεσολαβητές και σαν πρεσβευτές ενώπιον του Θεού».

ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ;

 

 

«Έχουμε ανάγκη από βοήθεια, έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που, μετά τον Θεό, θα μας κυβερνούν» (Αββάς Δωρόθεος)

Ο πολιτισμός μας μάς παρέχει τα μέσα εκείνα που γεννούν την ψευδαίσθηση ότι είμαστε κυβερνήτες του εαυτού μας. Ότι δεν χρειαζόμαστε κανέναν, αλλά αρκεί το ίδιον θέλημά μας. Έχουμε άλλωστε απεριόριστη πρόσβαση σε τόσες πληροφορίες που μας επιτρέπουν να διαμορφώνουμε άποψη για όλα. Και δεν μας χρειάζεται φιλτράρισμα, αφού θεωρούμε τον εαυτό μας ικανό να σχηματίσει άποψη. Ζούμε την απο-αυθεντοποίηση των πάντων. Δεν υποψιαζόμαστε ότι ακολουθούμε μία παλιά φιλοσοφική αρχή: γενικεύουμε το μερικό, το μεμονωμένο. Η φιλοσοφία λέει ότι μία τέτοια κίνηση σχεδόν πάντα απέχει από την αλήθεια, καθότι τίποτα δεν μπορεί να ισχύει ως γενική αρχή, εκτός εάν τεκμηριώνεται και από άλλες πλευρές. Εμείς όμως επικαλούμαστε την επιστήμη για να γκρεμίσουμε τον Θεό, χρησιμοποιώντας έναν επιστήμονα τον οποίο ταυτίζουμε με την επιστήμη. Άλλοι χρησιμοποιούν τον Θεό, για να γκρεμίσουν την επιστήμη, χρησιμοποιώντας ένα χωρίο της Αγίας Γραφής. Άλλοι την εμπειρία σε κάποιο γεγονός, για να βγάλουν ένα αυθαίρετο συμπέρασμα: «επειδή αυτός έτσι είναι, επομένως όλοι είναι καλοί ή κακοί ή διεφθαρμένοι ή επικίνδυνοι ή αδιάφοροι ή άχρηστοι...».

Αν μεταφέρουμε αυτόν τον τρόπο θέασης στις  ανθρώπινες σχέσεις, διαπιστώνουμε μία από τις κύριες αιτίες κρίσης και αποδόμησής τους. Οι λογισμοί μας για τους άλλους μας ταλαιπωρούν. Και ο λογισμός, εκτός από το συγκεκριμένο στο οποίο μας παρακινεί να υποκύψουμε, να κατακρίνουμε, να αρνηθούμε, μάς οδηγεί και σε μία γενίκευση: δικάζουμε τον άλλο ως προς τις προθέσεις του, τον καταδικάζουμε και τον απορρίπτουμε, με αποτέλεσμα η συνύπαρξη μαζί του να καθίσταται δύσκολη. Μπορεί κάποτε να είναι αναγκαστική, όπως στις σχέσεις γονέων και παιδιών ή στην εργασία. Ωστόσο, η γενίκευση της απόφανσης οδηγεί στην γκρίνια, στην δυσαρέσκεια, στην απογοήτευση. Το ίδιο και με την ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Ο λογισμός είναι μία επανάληψη της στάσης της Εύας έναντι του παραδείσιου καρπού. Η φαινομενική ομορφιά του γίνεται συζήτηση εντός της για τον Θεό που δεν επιτρέπει δήθεν στον άνθρωπο να χαρεί τα πάντα, η ελευθερία, από δώρο και άθλημα, γίνεται δικαίωμα και ανταρσία. Ακόμη και οι καταστροφικές επιθυμίες τότε πρέπει να ικανοποιηθούν.

Η πνευματική παράδοση της πίστης μάς ζητά να έχουμε αναφορές, τόσο στον Θεό όσο και σε κάποιους ανθρώπους, που να μας κυβερνούν. Για να έχουμε αναφορά στον Θεό, δεν αρκεί η πίστη. Χρειάζεται και η επίγνωση του θελήματός Του, ώστε η απόφασή μας να Τον εμπιστευτούμε να έχει αντίκρισμα. Χρειάζεται δηλαδή η υπακοή μας στην Εκκλησία πρώτα και κατόπιν η εμπιστοσύνη σε κάποιον πνευματικό πατέρα που να μπορεί να μας δείχνει δρόμους, ώστε να  μη νικιόμαστε από την αυτάρκεια του εγώ, με κριτήριο όμως τελικής απόφασης την ελευθερία μας. Στην καθημερινή μας ζωή χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μπορούμε να εμπιστευθούμε, δηλαδή να αποφασίσουμε ότι  με ταπείνωση θα μοιραστούμε τους λογισμούς μας, καλούς και κακούς, ότι θα έχουμε πρόσωπα αναφοράς που θα μπορούν να μας βοηθήσουν να φιλτράρουμε τον μέσα κόσμο μας, όχι για να καταπιεστούμε, αλλά για να μπορούμε να λειτουργήσουμε με κριτήριο την αλήθεια. Για τον κόσμο μας, τέλος, η όποια εμπιστοσύνη στο Διαδίκτυο, ας είναι με κριτική αναζήτηση.

Οδός ταπείνωσης η εμπιστοσύνη. Λυτρωτική όμως και απαραίτητη.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

 

 


Τη μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αναστασίας της Φαρμακολύτριας τιμά σήμερα, 22 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας.

Η Αγία Αναστασία καταγόταν από την Ρώμη. Ο πατέρας της ονομαζόταν Πραιτεξτάτος και ήταν Ρωμαίος πατρίκιος ενώ την μητέρα της την έλεγαν Φαύστα.

Η Αγία Αναστασία διακρινόταν για την ομορφιά της, τη μόρφωση, το ήθος και τη σωφροσύνη της. Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία τον Ποπλίωνα, όπου ήταν άρχοντας των Ρωμαίων και φανατικός ειδωλολάτρης. Η Αναστασία όμως, κατηχήθηκε στο Λόγο του Χριστού και βαπτίστηκε χριστιανή.
Επειδή δεν φανέρωσε δημόσια, λόγω του άνδρα της, την χριστιανική της πίστη βοηθούσε κρυφά όσους είχαν ανάγκη από ένα χέρι βοηθείας ή ένα λόγο παρηγοριάς. Ντυνόταν πενιχρά και πήγαινε στις φυλακές τροφή και χρήματα. Γι’αυτό ονομάστηκε «Φαρμακολύτρια».
Όταν έμαθε ο Ποπλίωνας τις πράξεις της Αγίας, εξοργίστηκε. Αρχικά προσπάθησε να την μεταπείσει με συμβουλές. Όμως, η Αγία Αναστασία παρέμενε ακλόνητη στην πίστη της ακόμα και όταν την κακοποίησε. Αυτή η επιμονή της, εξόργισε τον Ποπλίωνα και την κατέδωσε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος διέταξε την φυλάκισή της.
Επειδή εξακολουθούσε να υμνολογεί τον Κύριο, ο Διοκλητιανός διέταξε τον βασανισμό της. Τελικά η Αγία Αναστασία παρέδωσε την ψυχή της στον κύριο το 290 μ.Χ. με τον βάναυσο μαρτυρικό θάνατο της πυράς.
Ανάλυση ονόματος:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ: (από την λέξη ανάσταση) = ο αιώνιος, όπως ο αναστάς Ιησούς.
Απολυτίκιο:
Tων μαρτύρων ταις χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικώς εμιμήσω τας αριστείας αυτών, δι’αθλήσεως εχθρόν καταπαλαίσασα, όθεν βλαστάνεις δαψιλώς χάριν άφθονον αεί, θεόφρων Αναστασία, τοις προσιούσιν εκ πόθου την αρωγή της προστασίας σου.

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕ ΕΠΙΓΕΙΑ ΕΥΤΥΧΙΑ

 



  Αλλά γιατί όλα αυτά, εκτός από µιά στιγµιαία χαρά, δέν έχουν µιά µεγαλύτερη και διαρκέστερη επίδραση; Πόσος θυµός, αµοιβαίος πόνος, προσβολή. Πόση – δίχως υπερβολή -κρυµµένη βία. Τι είναι αυτό που θέλει ο άνθρωπος; Για ποιό πράγµα διψά; Αν δεν το λάβει, µεταµορφώνεται σ’ ένα πρόσωπο του κακού, κι αν το λάβει,τον κάνει να επιθυµεί περισσότερο. Θέλει τήν αναγνώριση, δηλαδή τη«δόξα τών άλλων». Να είναι «κάποιος» για τόν άλλο, για τούς άλλους, «κάτι»: µιά αρχή, µιά εξουσία, ένα αντικείµενο φθόνου, κ.λπ. Εδώ βρίσκεται, νοµίζω, η κύρια πηγή και η ουσία τής υπερηφάνειας. Κι αυτή η υπερηφάνεια µεταµορφώνει αδελφούς σ’ εχθρούς.

   Στήν Εκκλησία, που είναι ένας µικρόκοσµος και που καλείται ν’ αποκαλύψει την Καινή Ζωή σ’ αυτόν τον κόσµο, στήν Εκκλησία που η ζωή της, η πηγή της και η ουσία της δεν είναι η υπερηφάνεια, αλλά η αγάπη (τών εχθρών µας) – όλα αυτά είναι ιδιαίτερα ορατά. Έξω από τήν Εκκλησία, «εν τω κόσµω τούτω», η υπερηφάνεια – όπως ο θάνατος, η εξουσία, ο πόθος – είναι νόµιµη. Εφευρίσκονται σχήµατα για τόν εξαγνισµό τους, τη µεταµόρφωσή τους σε κοινωνικά αποδεκτά φαινόµενα. Γι’ αυτό έχουµε τη σηµερινή αναστάτωση µέ τα «δικαιώµατα», τή δηµοκρατία, κ.λπ. 
 Η κύρια κινητήρια δύναµη σήµερα δεν είναι η «ελευθερία»,όπως συνήθως νοµίζουµε, αλλά η εξίσωση. Είναι µιά ισχυρή άρνηση τής ιεραρχίας στη ζωή, υπεράσπιση όχι του δικαιώµατος του καθένα να είναι ο εαυτός του, αλλά µιά υποσυνείδητη διαβεβαίωση πώς όλοι ουσιαστικά είναι ίδιοι, δηλαδή ότι δέν υπάρχουν «πρώτοι», αναντικατάστατοι, µοναδικοί, «κεκληµένοι».

  Παρ’ όλα αυτά, στόν πεπτωκότα κόσµο µας, τα δικαιώµατα και η δηµοκρατία είναι σχετικά καλά, είναι µιά σχετική ρύθµιση στόν αγώνα του καθενός ενάντια σ’ όλους τούς άλλους. Γίνονται κακά µόνον όταν εξαφανιστούν τα σχετικά τους χαρακτηριστικά και «θεωθούν», ώστε να γίνουν καλά σε µία ολοκληρωτική, φασιστική κυβέρνηση• αλλά τότε µεταβάλλονται σε κακό εκεί όπου νικούν καί γίνονται αυτοσκοπός, δηλαδή είδωλο. Γίνονται δε είδωλο κάθε φορά που παύουν να υπερασπίζονται τόν αδύναµο, και µετατρέπονται σε όργανο εξίσωσης, και γι’ αυτό πνευµατικού απανθρωπισµού και τελικά υπερηφάνειας.

 Στήν Εκκλησία, δικαιώµατα, εξισωτισµός και αγώνες είναι ανεφάρµοστα,επειδή η Εκκλησία δέν γνωρίζει άλλο νόµο από τόν νόµο τής αγάπης• η µάλλοντήν ίδια τήν αγάπη. Άν εκπέσει η αδυνατίσει η αγάπη, αν κάποιος αποµακρυνθεί από τήν αγάπη, εισβάλλει η υπερηφάνεια (επιθυµία της σαρκός,επιθυµία τών οφθαλµών, αλαζονεία του βίου – Α’ Ιωαν. 2,16). 
Η αγάπη, ως ζωή τού Θεού – και σ’ αυτή τη ζωή δέν υπάρχει αλαζονεία. Ο Πατήρ είναι πάντοτε Πατήρ, αλλά δίνει τα πάντα στον Υιό. Ο Υιός δέν ισχυρίζεται πως είναι ο Πατήραλλά είναι αιωνίως ο Υιός, και το Άγιο Πνεύµα είναι η Ζωή καθαυτή, ηΕλευθερία καθαυτή («το πνεύµα όπου θέλει πνει», Ιωαν. 3,8), είναι η ίδια η Αγάπη του Πατρός προς τον Υιό του Υιού προς τον Πατέρα, το θείο δώρο τής ύπαρξης και τής υπακοής. Ο Θεός δίνει αυτή τήν αγάπη, κάνει τόν άνθρωπο µέρος αυτής τής αγάπης, και αυτή η κοινωνία είναι η Εκκλησία.
Έτσι στήν Εκκλησία δέν υπάρχουν δικαιώµατα, ούτε συνδεόµαστε µ’ αυτά τά δικαιώµατα, ούτε υπάρχει εξισωτισµός. Δέν υπάρχει εξισωτισµός, γι’ αυτό καί δέν υπάρχει σύγκριση -που είναι η κύρια πηγή υπερηφάνειας. Η πρόσκληση γιά τελείωση που απευθύνεται σε κάθε πρόσωπο είναι µία πρόσκληση να βρούµε τόνεαυτό µας, όχι βέβαια µέ τη σύγκριση, ούτε µέ την αυτοανάλυση («που βρίσκεται το δυναµικό µου;») αλλά κατά Θεόν. Από δω προέρχεται και το παράδοξο: µπορείς να βρεις τόν εαυτό σου µόνον όταν τον χάσεις, και αυτό σηµαίνει να ταυτίσεις ολοκληρωτικά τόν εαυτό σου µέ την κλήση του Θεού, ενώ το σχέδιο που υπάρχει για τόν άνθρωπο δέν αποκαλύπτεται στόν ίδιο τόν άνθρωπο αλλά «εν Θεώ»!
 Ν’ αγαπάς – τόν εαυτό σου και τούς άλλους – µέ τήν αγάπη του Θεού: πόσο χρειάζεται αυτό στήν εποχή µας που η αγάπη έχει σχεδόν ολοκληρωτικά παρεξηγηθεί. Πόσο χρήσιµο δεν θα ήταν αν στοχαζόµασταν προσεκτικότερα καί βαθύτερά τη ριζική ιδιαιτερότητα τής αγάπης του Θεού. Μου φαίνεται µερικές φορές πώς η πρώτη ιδιορρυθµία της είναι η σκληρότητά της. Αυτό σηµαίνει – mutatis mutandis – τήν απουσία συναισθηµατικότητας µέ τήν οποία ο κόσµος καίο Χριστιανισµός ταυτίζουν συνήθως αυτή τήν αγάπη.

 Στήν αγάπη του Θεού, δέν υπάρχει καµία υπόσχεση για επίγεια ευτυχία, καµιά φροντίδα γι’ αυτήν. Αυτή η αγάπη είναι υποταγµένη ολοκληρωτικά στήνεπαγγελία και στήν έγνοια για τη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή στήν απόλυτη ευτυχία για τήν οποία ο Θεός έχει δηµιουργήσει τόν άνθρωπο και στήν οποία έχει καλέσει τόν άνθρωπο. Έτσι, η πρώτη ουσιαστική σύγκρουση ανάµεσα στήν αγάπη του Θεού και στην πεπτωκυία ανθρώπινη αγάπη: «Κόψε το χέρι σου», «βγάλε το µάτι σου», «άφησε τη γυναίκα και τα παιδιά σου», «ακολούθησε τήστενή οδό…» – όλα αυτά είναι φανερό πως δεν συµβιβάζονται µέ την ευτυχία στήζωή. Αυτό ήταν που έκανε τον κόσµο ν’ αλλάξει δρόµο από τήν ολοκληρωτικήαγάπη και να τον γεµίσει µέ µίσος.
 π.Αλέξανδρος Σμέμαν

ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΠΑΡΑ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΑΣ

 

Πιο πολύ ικανοποιείται ο διάβολος όταν απογοητευόμαστε παρά όταν αμαρτάνουμε.

Διότι η αμαρτία μας μπορεί να θεραπευτεί με την μετάνοια και την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, όμως η απογοήτευση και η απελπισία, μας καθηλώνει μέσα στο σκοτάδι, γεννά την ακηδία και την θλίψη.
—————————
Η απογοήτευση έχει μητέρα πολλές φορές την ντροπή.
Ντρεπόμαστε που αμαρτήσαμε, ντρεπόμαστε για τα λάθη που κάναμε, αλλά συγχρόνως αρχίζουμε και συζητούμε με τον λογισμό μας. «Πώς το έκανα εγώ αυτό; Γιατί να μην μπορώ να νικήσω τον πειρασμό; Γιατί να μην μπορώ να ανταπεξέλθω στην δοκιμασία»; Ασχολούμαστε με την αμαρτία μας τόσο όσο χρειάζεται για να απελπιστούμε. Και αυτό είναι ολέθριο. Σαν να θέλουμε να φτάσουμε σ’αυτό το σημείο της θλίψης, της αίσθησης του αδιεξόδου.

—————————
Μην συζητάμε με την αμαρτία μας, με τους λογισμούς μας, διότι ως αρχάριοι θα βυθιστούμε στην απόγνωση. Καλύτερα να βγούμε μια βόλτα παρά να καθίσουμε μόνοι μας παρέα με τους λογισμούς μας. Η πολλή εσωστρέφεια σ’αυτές τις περιπτώσεις κάνει κακό· οδηγεί στην θλίψη ακόμα και στην κατάθλιψη.
—————————
Πιο επικίνδυνη είναι η απόγνωση λοιπόν παρά η αμαρτία μας.
Η απόγνωση κρύβει εγωισμό, νιώθουμε χαμένοι γιατί περιμέναμε πολλά από τον εαυτούλη μας.
—————————
Η συνειδητοποίηση της αμαρτία μας, της αποτυχίας μας, ας γίνει η αφορμή να αποδεχτούμε την ανεπάρκειά μας και να ταπεινωθούμε (γι’αυτό και την επιτρέπει να έρθει ο Κύριος). Γιατί μόνο τότε θα μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την πτώση μας, τον κάθε πειρασμό και δοκιμασία χωρίς να απογοητευόμαστε και να θλιβόμαστε.
—————————
Μην κάνεις την χάρη στον διάβολο και είσαι σκυθρωπός και σκυθρωπή. Σου πάει απίστευτα το χαμόγελο. Ειδικά αυτό που γεννιέται από την ελπίδα σου στον Χριστό.

αρχιμ Παύλος Παπαδόπουλος

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ:Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΖΗΛΟ ΕΧΕΙ

 

Άγιος Αντώνιος: Ο αληθινά λογικός άνθρωπος ένα μόνο ζήλο έχει: να πείθεται και να αρέσει στο Θεό των όλων. Σ’ αυτό και μόνον πρέπει να εκπαιδεύει την ψυχή του, ώστε ν’ αρέσει στο Θεό, ευχαριστώντας για την τόσο μεγάλη Του πρόνοια και ρύθμιση των όλων, οτιδήποτε κι’ αν του τύχει στη ζωή του. Γιατί είναι άτοπο, τους μεν ιατρούς, που μας δίδουν και πικρά και δυσάρεστα φάρμακα, να τους ευχαριστούμε για την υγεία του σώματός μας, προς τον Θεό δε να είμαστε αχάριστοι, για τα πράγματα που μας φαίνονται δυσάρεστα και δύσκολα και να μην ξέρομε ότι όλα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας κατά την Πρόνοιά Του. Η γνώση του θελήματος του Θεού και η πίστη στο Θεό, είναι η σωτηρία και η τελειότητα της ψυχής.

Η ΑΓΙΑ ΙΟΥΛΙΑΝΗ

 


Τη μνήμη της Αγίας Ιουλιανής τιμά σήμερα, 21 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας.
 Οι γονείς της Ιουλιανής ήταν ειδωλολάτρες και θέλησαν να τη μνηστεύσουν με κάποιο διακεκριμένο αξιωματούχο της Αντιόχειας, τον Ελεύσιο. Αλλά η Ιουλιανή αρνήθηκε σθεναρά. Η άρνησή της κατέπληξε τους γονείς της, διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τους είχε φέρει καμιά αντίρρηση και ήταν υπάκουη κόρη.
Ο Ελεύσιος με πληγωμένο εγωισμό ζητούσε εκδίκηση. Αφού ερεύνησε και παρακολούθησε για πολύ καιρό την Ιουλιανή, έμαθε ότι εν αγνοία των γονέων της είχε γίνει χριστιανή.
Έτσι ο Ελεύσιος την κατήγγειλε στον έπαρχο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί.
Μέσα στη φυλακή, συνεχίστηκαν οι προσπάθειες να γίνει σύζυγος του Ελευσίου και να αποφύγει τον κίνδυνο του θανάτου. Αλλά η Ιουλιανή προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πάρει ειδωλολάτρη σύζυγο.
Τότε ο Ελεύσιος με διαταγή του έπαρχου και πολύ μίσος την μαστίγωσε ανελέητα. Έπειτα, έκαψε το πρόσωπό της με πυρακτωμένο σίδερο, και της είπε: «Πήγαινε τώρα στον καθρέπτη να καμαρώσεις την ομορφιά σου».
Η δε Ιουλιανή, με ένα ελαφρό μειδίαμα του απάντησε: «Στην ανάσταση των δικαίων, στα πρόσωπα δε θα υπάρχουν πληγές και εγκαύματα. Θα υπάρχουν μόνο οι πληγές των ψυχών από την αμαρτία. Γι’ αυτό, Ελεύσιε προτιμώ τώρα τις πληγές του σώματος, που είναι προσωρινές, παρά τις πληγές της ψυχής, που βασανίζουν αιώνια». Μετά από λίγο, το ξίφος του δημίου έκοψε το νεανικό κεφάλι της Ιουλιανής.
Αργότερα ο Ελεύσιος, όταν βρέθηκε ναυαγός σε κάποιο άγνωστο νησί, βρήκε τραγικό τέλος, όταν τον κατασπάραξε ένα άγριο λιοντάρι.
Η σύναξή της τελείται στο μαρτύριο αυτής, πλησίον της μάρτυρος Ευφημίας στο Πέτριο.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως νύμφη πανάμωμος και αθληφόρος σεμνή, τω Λόγω νενύμφευσαι του αθανάτου Πατρός, Ιουλιανή ένδοξε, συ γαρ φθαρτόν μνηστήρα παριδούσα, εμφρόνως ήθλησας υπέρ φύσιν και τον όφιν καθείλες, και νυν ταίς του νυμφίου σου τρυφάς φαιδρότησι.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

ΠΟΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Ο Διαφορετικά βλέπουν τά μάτια τών ανθρώπων καί διαφορετικά ο Θεός.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος: «Είδα άνθρωπον πού φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετενόησε. Καί αυτόν πού εγώ τόν κατέκρινα ως ανήθικον, ο Θεός τόν θεωρούσε αγνόν, διότι μέ τήν μετάνοιάν του Τόν είχε εξευμενήσει πλήρως».

Εις τήν παρούσαν ζωήν, ο ένας, μικρός ή μεγάλος, θά κρίνεται πάντοτε από τούς άλλους. Εις τήν μέλλουσαν όμως ζωήν, οι πολλοί, δηλαδή οι πάντες, θά κριθούμε από τόν Έναν! Τόν Θεόν.
Η απόφασις διά τούς πολλούς θά είναι τότε η ετυμηγορία τού Ενός. Εδώ, εις αυτήν τήν ζωήν, οι κρίσεις τών ανθρώπων διά τούς άλλους στηρίζονται σέ ό,τι βλέπουν μόνον ως θεατές. Η κρίσις τού Θεού δι’ όλους μας όμως, βασίζεται εις όσα Εκείνος γνωρίζει, ως τέλειος καρδιογνώστης.

Δέν πρέπει ποτέ νά κρίνωμε, ούτε νά περιφρονούμε κανέναν.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Άν βλέπης τόν αδελφόν σου εις τόν δρόμον τής αμαρτίας, ρίψε εις τούς ώμους του τόν μανδύαν τής αγάπης σου», καί πρέπει «νά αγαπάμε τόν αμαρτωλόν, καί νά μισούμε μόνον τήν αμαρτίαν».

Εις τά σπλάχνα οικτιρμών πού ζητούμε από τόν Θεόν διά τίς ιδικές μας αμαρτίες, οφείλομε νά καταθέσωμε καί τήν ιδικήν μας ευσπλαχνίαν πρός τούς συνανθρώπους μας. Καί άς μήν λησμονούμε, ότι είμεθα όλοι αμαρτωλοί καί φέρομε μέσα μας τήν ανθρωπίνην πεπτωκυίαν φύσιν μας, τήν πεσμένην φύσιν μας. Εις τό σφάλμα πού έπεσε σήμερα κάποιος, αύριο ημπορεί νά πέσωμε εμείς.

Η ΓΝΗΣΙΑ ΑΓΑΠΗ,ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

 



Την αγάπη εγκωμίασαν πολλοί, αλλά το στέμμα της το τεχνούργησε ο Παύλος. Ο «Ύμνος της Αγάπης» που συνέθεσε (Α’ Κορ. κεφ. 13), αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα διαμάντια της Γραφής. Καλύτερα, αποτελεί σύνολο πολυτίμων λίθων –των επί μέρους αγαπητικών αρετών που αναλύει– αφού στέμμα βασιλικό δεν συνίσταται από ένα μόνο διαμάντι.

Αντιγράφουμε εδώ ένα απόσπασμα από τον Μακάριο τον Αιγύπτιο. Είναι διαποτισμένο από την παύλεια σκέψη τόσο, που τις πτώσεις, και αυτή την πορνεία, τις θεωρεί επακόλουθο ελλείψεως αγάπης! Βεβαιώνει:

«Εγώ σου λέω ότι είδα ανθρώπους που έγιναν κάτοχοι όλων των χαρισμάτων και μέτοχοι του Πνεύματος, αλλά επειδή δεν έφθασαν στην τέλεια αγάπη, έπεσαν. Ένας από τους ευγενείς, αφού άφησε την κοσμική ζωή πούλησε υπάρχοντά του, ελευθέρωσε δούλους… Λοιπόν ήταν περιβόητος για τον σεμνό του βίο, μα εν τω μεταξύ υψηλοφρονώντας… κατέπεσε σε ασέλγειες και μύρια κακά. Άλλος στον διωγμό… όντας ομολογητής, μετά ταύτα όταν έγινε ειρήνη, απολύθηκε και ήταν ονομαστός… Αυτός λοιπόν δοξαζόμενος και καλούμενος σε κοινές προσευχές παίρνοντας τρόφιμα τα έδινε στο παιδί του· και έτσι ο νους του ήταν σαν να μην είχε ακούσει ποτέ λόγο Θεού. Άλλος… στον διωγμό και κρεμάσθηκε και ξέσθηκε, ύστερα ρίχθηκε στη φυλακή. Τον υπηρετούσε δε κατά Θεόν μια μοναχή, και αφού απέκτησε οικειότητα μαζί της, όντας στη φυλακή, ξέπεσε σε πορνεία… Άλλος δε φρόνιμος ασκητής σύντροφός μου… ήταν πλούσιος κατά τη Χάρη… Κόχλαζε μέσα του η Χάρις. Του δόθηκε και το χάρισμα των ιαμάτων, και όχι μόνο έδιωχνε δαίμονες, αλλά και… πάθη δεινά δια της επιθέσεως των χεριών του θεράπευε. Έπειτα αμέλησε και δοξαζόμενος από τον κόσμο και νιώθοντας μέσα του ηδονή, κυριεύθηκε από τον εγωισμό και ξέπεσε και σε αυτά τα βαθύτατα της αμαρτίας… Βλέπεις πώς πέφτουν πριν έρθουν στα [ύψιστα] μέτρα της αγάπης; Επειδή εκείνος που έφθασε στην αγάπη δέθηκε και μέθυσε, βυθίσθηκε και είναι αιχμάλωτος σε άλλο κόσμο μη αισθανόμενος την ίδια του τη φύση» (Ομιλίαι Πνευματικαί, 27.14-15).

Αποφθέγγεται λακωνικά και η Κλίμαξ: «Η αγάπη είναι χορηγός της προφητείας· η αγάπη είναι η πάροχος των θαυμάτων» (30.18).


Άλλο ωραιολογία και άλλο αγάπη. Μπορεί να διαθέτεις χειμαρρώδη ευγλωττία και καλλιέπεια όταν μιλάς για την αγάπη και για τα λοιπά θεία θέματα. Μα εάν στερείσαι την αγάπη, δεν έχεις αντίκρισμα μέσα σου. Λες κούφια λόγια, θορυβείς προς εντυπωσιασμό και τίποτε περισσότερο.

Συμβουλεύσει αυστηρά ο Μέγας Αθανάσιος: «Έτσι θα δείξεις την αγάπη στον πλησίον, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα» (Περί Παρθενίας, 21). Ο ευαγγελιστής της αγάπης είναι πιο απόλυτος: «Μη αγαπώμεν λόγω μηδέ τη γλώσση, αλλ’ εν έργω και αληθεία» (Α’ Ιω. 3.18).

Πολύ χαρακτηριστικά, και δυστυχώς πραγματικά, «φωτογραφίζει» ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος την αδάπανη και χονδροειδή επίφαση της αγάπης – εκνευριστικά χονδροειδή: Εάν «αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι και λειπόμενοι ώσι της εφημέρου τροφής, είπη δε τις αυτοίς εξ υμών, υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, μη δώτε δε αυτοίς τα επιτήδεια του σώματος, τι το όφελος;» (2.15-16). Αντίθετα, «έλεγε κάποιος από τους φιλόχριστους, που είχε το χάρισμα της ελεημοσύνης, ότι οφείλει αυτός που δίνει ελεημοσύνη, να τη δίνει έτσι, σαν εκείνος ο ίδιος να την παίρνει. Τέτοια ελεημοσύνη πλησιάζει στον Θεό» (Γεροντικό Πανοράματος Γ’ σελ. 428).

Σε χαμηλότερο βέβαια επίπεδο κινούνται οι αλαλαγμοί των αυτοεπαίνων και των καυχησιολογιών. «Εγώ που μόχθησα για σένα. Εγώ που θυσιάζομαι, εγώ που… εγώ που…». Ο εγωκεντρισμός όμως βρίσκεται στον αντίποδα της αγάπης, η οποία πρέπει να είναι «ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12.9).

Αγάπη γνήσια στόλιζε τον διακριτικό όσιο Ποιμένα, και ας φαίνεται εκ πρώτης όψεως αγάπη ανίερη. Μας πληροφορεί το Γεροντικό (92):

«Ήρθαν και συνάντησαν μερικοί γεροντάδες τον αββά Ποιμένα και του είπαν: “Θέλεις, αν δούμε τους αδελφούς να νυστάζουν στην κοινή ακολουθία, να τους σκουντήσουμε για να έχουν εγρήγορση στην αγρυπνία;”. Και αυτός τους λέει: “Εγώ μόλις δω τον αδελφό να νυστάζει, θα βάλω το κεφάλι του πάνω στα γόνατά μου και θα τον αναπαύσω [ψυχικά και σωματικά]».

Ο Θεός δεν σκηνώνει σε ανθρώπους χωρίς αγάπη. «Ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν… εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει» (Α’ Ιω. 4.11-12).

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΘΕΟ

 

Αγαπώ τον Θεό σημαίνει:Αρνούμαι το θέλημά μου κάθε στιγμή και αναζητώ το δικό Του. Αρνούμαι τη φιλαυτία μου και τα πάθη μου και τηρώ τις εντολές Του. Αρνούμαι τήν καλοπέραση πού τρέφει τά πάθη καί κάνω άσκηση, νηστεύω, κακοπαθώ γιά χάρη τού . Αρνούμαι τόν εγωισμό, τήν οίηση, τήν υπερηφάνεια πού συνιστούν τό εύκρατο κλίμα όλων τών αμαρτιών καί τών παθών. Εγκολπώνομαι τήν ταπείνωση, τήν ταπεινοφροσύνη στούς λογισμούς, τήν ευτέλεια σ’ όλες μου τίς κτήσεις, τήν έσχατη θέση κάθε στιγμή, τήν ατιμία καί τήν περιφρόνηση τού κόσμου γιά χάρη τού Χριστού. Προσεύχομαι αδιάλειπτα καί δίνω κάθε σκέψη μου σ’ Αυτόν τόν Λατρευτό τής καρδιάς μου. Ζητώ νά βασιλεύει Αυτός σ’ όλη μου τήν ύπαρξη. Επιθυμώ ο Κύριος νά κυβερνά τά συναισθήματα, τό θυμό, τίς επιθυμίες καί τά διανοήματά μου, τό σώμα μου καί τήν ψυχή μου.

Προσπαθώ κάθε μου βλέμμα νά είναι γι’ Αυτόν, κάθε μου άκουσμα, κάθε μου λόγος, κάθε μου κίνηση, κάθε μου ενέργεια, κάθε κίνηση τής ψυχής μου νά είναι όλα γιά τόν Κύριο καί μόνο γι’ Αυτόν. Προσπαθώ νά έχω ενεργό τό Άγιο Πνεύμα μέσα μου διότι μόνο δι’ Αυτού θά μπορέσω νά κατορθώσω καί νά ζήσω όλα όσα ανέφερα προηγουμένως. Η αγάπη πρός τόν Θεό δέν είναι απλώς μία αρετή, δέν είναι ένα ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά ένα θεανθρώπινο επίτευγμα! Είναι τό αποτέλεσμα τής συνεργασίας τής Θείας Χάρης μέ τήν ανθρώπινη θέληση

«Όταν λέμε αγάπη» μάς διδάσκει ο Γέρων Πορφύριος «δέν είναι οι αρετές πού θ΄ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδία πρός τόν  καί τούς άλλους. Τό καθετί εκεί νά τό στρέφουμε. Βλέπουμε μία μητέρα νά έχει τό παιδάκι της αγκαλιά, νά τό φιλάει καί νά λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε νά λάμπει τό πρόσωπό της, πού κρατάει τ΄αγγελούδι της; Όλ’αυτά ο άνθρωπος τού  τά βλέπει, τού κάνουν εντύπωση καί μέ δίψα λέει: «Νά είχα κι εγώ αυτή τή λαχτάρα στόν Θεό μου, στόν Χριστό μου, στήν Παναγίτσα μου, στούς αγίους μας!». Νά, έτσι πρέπει ν΄ αγαπήσομε τόν Χριστό, τόν Θεό. Τό επιθυμείς, τό θέλεις καί τό αποκτάς μέ τή χάρη τού Θεού».