Σάββατο 2 Μαΐου 2026

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 03/05/2026-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Ε΄1-15

 

 Ο Ιησούς Χριστός και ο παράλυτος της Βηθεσδά - Poimin.gr


Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάραττε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. Τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· Ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. Κοντά στην προβατική πύλη, στα Ιεροσόλυμα, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, που εβραϊκά ονομάζεται Βηθεσδά. Σ΄ αυτές τις στοές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό· γιατί, από καιρό σε καιρό, ένας άγγελος Κυρίου κατέβαινε στη δεξαμενή κι ανατάραζε τα νερά· όποιος, λοιπόν, έμπαινε πρώτος μετά την αναταραχή του νερού, αυτός γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε. Εκεί ήταν κι ένας άνθρωπος, άρρωστος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Όταν τον είδε ο Ιησούς κατάκοιτο, τον ρώτησε: «Θέλεις να γίνεις καλά;» Ήξερε πως ήταν έτσι για πολύν καιρό. «Κύριε», του αποκρίθηκε ο άρρωστος, «δεν έχω κανέναν να με βάλει στη δεξαμενή μόλις αναταραχτούν τα νερά· έτσι, ενώ εγώ προσπαθώ να πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος άλλος κατεβαίνει στο νερό πριν από μένα». Ο Ιησούς του λέει: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά, σήκωσε το κρεβάτι του και περπατούσε. Η μέρα που έγινε αυτό ήταν Σάββατο. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι άρχοντες στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο, και δεν επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι σου». Αυτός όμως τους απάντησε: «Εκείνος που μ΄ έκανε καλά, εκείνος μου είπε πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Τον ρώτησαν: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε πάρε το και περπάτα;» Ο θεραπευμένος όμως δεν ήξερε να πει ποιος ήταν, επειδή ο Ιησούς είχε φύγει απαρατήρητος εξαιτίας του πλήθους που ήταν μαζεμένο εκεί. Αργότερα ο Ιησούς τον βρήκε στο ναό και του είπε: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά· από ΄δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Ο άνθρωπος έφυγε αμέσως κι ανάγγειλε στους Ιουδαίους άρχοντες ότι ο Ιησούς ήταν αυτός που τον γιάτρεψε.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 03/05/2026-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Θ' 32-42

 

 Ο Απόστολος Παύλος: Ο αληθινά Μεγάλος


Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος΄ Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾽Ιησοῦς Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾽Εν ᾽Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ [αὐτὴν] ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾽Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες, μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾽ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπεν, Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξεν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾽ ὅλης [τῆς] ᾽Ιόππης, καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐπὶ τὸν Κύριον.

Νεοελληνική Απόδοση

Περνώντας ο Πέτρος απ’ όλες αυτές τις εκκλησίες, κατέβηκε και στους χριστιανούς που κατοικούσαν στην Λύδδα. Εκεί βρήκε κάποιον άνθρωπο που λεγόταν Αινέας. Αυτός ήταν οκτώ χρόνια κατάκοιτος, επειδή ήταν παράλυτος. Ο Πέτρος του είπε: «Αινέα, σε γιατρεύει ο Ιησούς Χριστός. Σήκω και στρώσε το κρεββάτι σου». Και αυτός αμέσως σηκώθηκε. Όλοι όσοι κατοικούσαν στην Λύδδα και στον Σάρωνα τον είδαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους. Στην Ιόππη ήταν μια μαθήτρια που την έλεγαν Ταβιθά – στα ελληνικά σημαίνει «Δορκάδα». Αυτή είχε κάνει πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες. Εκείνες τις μέρες συνέβη να αρρωστήσει και να πεθάνει. Την έλουσαν, λοιπόν, και την έβαλαν στο ανώγειο. Η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη και όταν οι μαθητές άκουσαν ότι ο Πέτρος ήταν εκεί, του έστειλαν δύο άνδρες και τον παρακαλούσαν να πάει σ’ αυτούς όσο γίνεται πιο γρήγορα. Αυτός ξεκίνησε και πήγε μαζί τους. Μόλις έφτασε, τον ανέβασαν στο ανώγειο. Αμέσως τον περικύκλωσαν όλες οι χήρες κλαίγοντας και δείχνοντάς του τα ρούχα που είχε φτιάξει γι’ αυτούς η Δορκάδα όσο ζούσε. Ο Πέτρος τότε τους έβγαλε όλους έξω, γονάτισε και προσευχήθηκε. Κατόπιν γύρισε στη νεκρή και της είπε: «Ταβιθά, σήκω πάνω». Αυτή άνοιξε τα μάτια της, κι όταν είδε τον Πέτρο ανασηκώθηκε. Ο Πέτρος της έδωσε το χέρι του και τη σήκωσε. Ύστερα φώναξε τους πιστούς και τις χήρες και τους την παρουσίασε ζωντανή. Αυτό έγινε γνωστό σ’ όλη την Ιόππη, και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο.

Τα δύο βάσανα του ανθρώπου κάθε εποχής!

 

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

«Ο άνθρωπος της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, βασανίζεται από δύο μεγάλα δεινά. Από την έλλειψη νοήματος στη ζωή και από τον φόβο του θανάτου. Όταν ο άνθρωπος αγαπά τον Ιησού Χριστό και την Παναγία, γεμίζει η ψυχή του με αγάπη, με θείο νόημα. Με θείο νόημα!

Να σηκωθεί κανείς το πρωί και να μην έχει τι να κάνει, ούτε δουλειά να ’χει ούτε λεφτά να φάει ψωμάκι, και να σκεφτεί τον Χριστό και την Παναγία, τότε χορταίνει. Γεμίζει με νόημα, παίρνει από τη χάρη Τους.

Και τ’ άλλα λύνονται. Γιατί, όταν αγαπά ο άνθρωπος, γεμίζει η ψυχή του. Έχει λόγον υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί. Κι όταν νιώσει και αισθανθεί πως ανήκει στον Χριστό και στην Παναγία, τότε προσφέρει τον εαυτό του θυσία ζώσα σ’ αυτούς. Κι εκείνοι του αντιπροσφέρουν τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής» (Από τις διδαχές του Γέροντος Ανανία Κουστένη).

Ο μακαριστός Γέρων π. Ανανίας έρχεται με τον απλό αλλά και τόσο βαθύ λόγο του να καταγράψει την ανθρώπινη πραγματικότητα, της εποχής μας αλλά και κάθε εποχής. Δύο είναι τα μεγάλα δεινά που βασανίζουν τον άνθρωπο, επισημαίνει από την πείρα του αλλά και από την αγιογραφική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρώτον, η έλλειψη νοήματος ζωής˙ δεύτερον, ο φόβος του θανάτου.

Ο άνθρωπος δηλαδή πορεύεται ως τυφλός στον κόσμο τούτο χωρίς προσανατολισμό και χωρίς πυξίδα στην καθημερινότητά του. Κυριολεκτικά θα έλεγε κανείς «χαμένος και νεκρός» – ό,τι αποτίμηση έκανε ο ίδιος ο Κύριος για τον άσωτο της γνωστής παραβολής Του όταν εκείνος έφυγε επαναστατημένος από το σπίτι του Πατέρα του! Κι αυτό σημαίνει ότι τα δύο αυτά μεγάλα δεινά αποκαλύπτουν την ορφάνια του ανθρώπου της κάθε εποχής, όταν αυτός έχει διαγράψει τον Θεό Πατέρα από τη ζωή του και νομίζει ότι μόνος του με δικά του στηρίγματα, με τις δικές του μόνο δυνάμεις μπορεί να πορευτεί τον δρόμο του!

Είναι δεινά και βάσανα η ζωή χωρίς Θεό, κατά τον αγιογραφικό και πατερικό λόγο του μακαριστού Πατέρα. Διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό για να ζει μαζί Του, να αναπνέει την πνοή Του, να καταλήξει τελικώς στην αγκαλιά Εκείνου. Η διατύπωση του μακαριστού Γέροντα είναι απολύτως σαφής: «ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί».

Το βλέπουμε ιδίως στα νεαρά παιδιά, που θέλοντας να απαγκιστρωθούν από την οικογένειά τους στην εφηβική τους ηλικία, χωρίς όμως να θέλουν και οριστικά τα περισσότερα να αποκοπούν από αυτήν, ποθούν να ενταχτούν σε κάποια ομάδα για να μπορούν να έχουν «ταυτότητα». (Δυστυχώς βέβαια η ομάδα αυτή συχνά δεν είναι ό,τι καλύτερο, γιατί μπορεί να είναι μία «συμμορία» ή μία «σέχτα» που κινείται σε υπόγειους δρόμους και με σκοτεινά συμφέροντα. Αλλά ήδη η βαθιά επιθυμία των νέων είναι απλώς να ανήκουν κάπου!) Και πρόκειται λοιπόν για τη φυσιολογία ακριβώς του ανθρώπου. Διότι δεν είναι ο άνθρωπος η πηγή της… ζωής! Από τον Θεό εξήλθαμε, με Εκείνον πορευόμαστε, σε Εκείνον θα καταλήξουμε! «Ότι εξ Αυτού (του Θεού), και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται» (απ. Παύλος).

Λοιπόν, άνθρωπος που διαγράφει τον Θεό, που επιλέγει την απιστία σ’ Εκείνον και την αθεΐα στη ζωή του, εισέρχεται σε παραδρόμους της ζωής, μάλλον σε μία μη… ζωή, σε μία ζωή εν θανάτω, «δίχως σκοπό και ταυτότητα πια!» Κι αυτά είναι πάντοτε τα επίχειρα της επιλογής αυτής. «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν την κατεργαζομένην το πονηρόν». «Διά της αμαρτίας ο θάνατος».

Διότι εννοείται ότι όταν ο άνθρωπος δεν πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού, πορεύεται κατά το εγωιστικό και αμαρτωλό δικό του θέλημα, πίσω από το οποίο παραμονεύει και βρίσκεται ο αιώνιος εχθρός του ο διάβολος. Χωρίς νόημα έτσι η ζωή και με κυριαρχικό διαλυτικό στοιχείο της τον φόβο του θανάτου – ο ορισμός της κόλασης!

Ο Γέρων Ανανίας δεν μένει ασφαλώς μόνο στη διαπίστωση των δεινών του απίστου ανθρώπου. Μας προσανατολίζει και μας αποκαλύπτει αυτό που έφερε ο Ιησούς Χριστός και διακηρύσσει έκτοτε το ζωντανό σώμα Του η Εκκλησία. Ανήκουμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του, ζούμε μαζί με τους Αγίους Του, κατεξοχήν με την Παναγία Μητέρα Του, όταν μάλιστα έχουμε βαπτιστεί και χριστεί στο άγιο όνομά Του, οπότε έχουμε γίνει μέλη Του οργανικά και ουσιαστικά δεμένοι μ’ Εκείνον.

Ως μέλη Του και δεμένοι μ’ Εκείνον δε, δεν μπορούμε παρά να ζούμε όπως Εκείνος: προσφερόμενοι εν αγάπη και ως θυσία ζώσα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τον κατ’ εικόνα του Θεού δημιουργημένο – αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο συνυπάρχουν. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Όποιος λέγει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος έζησε και αυτός το ίδιο να ζει» – θεωρητική και «ψιλή»-γυμνή πίστη δεν υφίσταται, γιατί είναι δαιμονική (άγιος Ιάκωβος). Αποτέλεσμα; Ο πιστός άνθρωπος να δέχεται την αντιπροσφορά του Θεού: «τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής». «Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος».

Με τους όρους αυτούς είναι αυτονόητα αυτά που επισημαίνει τόσο έντονα και παραστατικά ο π. Ανανίας. «Αγαπάς τον Χριστό και την Παναγία και γεμίζει η ψυχή σου με αγάπη, με θείο νόημα». Ακόμη και δουλειά να μην έχεις και λεφτά να σου λείπουν και το ψωμάκι σου να μην έχεις, (εννοείται όχι από τεμπελιά και αργία!), ακόμη και τότε «χορταίνεις, γιατί ο Χριστός και η Παναγία σε γεμίζουν με νόημα, παίρνεις από τη χάρη Τους» και φτάνεις στο σημείο με αισθητό τρόπο να ζεις ό,τι έχει υποσχεθεί ο Χριστός: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα) προστεθήσεται υμίν». Λοιπόν, στην κατάσταση αυτήν ο πιστός άνθρωπος «έχει λόγο υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”».

Εν τέλει: ο πιστός που καθημερινά και την κάθε στιγμή της ζωής του αγωνίζεται να διακρατεί ανοιχτή τη σχέση του με τον Ιησού Χριστό, κατά το «καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (τη στιγμή) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», αυτός έχει φτάσει χάριτι Θεού να έχει λυμένο το πιο σημαντικό πρόβλημα της ζωής του: το νόημα της ζωής και τη με αυτό συνδεδεμένη υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Γιατί ζει τον Αναστημένο Χριστό!

Μία μαρτυρία μάλιστα του σπουδαίου και σοφού Ιεράρχου της Εκκλησίας μας κ. Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, επιστεγάζει, νομίζουμε, με τον καλύτερο τρόπο τα παραπάνω. Έχοντας ζήσει ο ίδιος ως προσκεκλημένος μία συγκλονιστική βραδιά, (Νοέμβριος 1980), σ’ ένα μεγάλο αστρονομικό σταθμό βόρεια της Βοστώνης, παρατηρώντας ένα ραδιογαλαξία μέσω ενός μεγάλου ραδιοτηλεσκοπίου, σημείωσε δοξολογικά και με ταπείνωση: «Είχα πίστη. Δόξασα τον Θεό που υπήρχε μέσα μου. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσα κι εγώ ούτε να εξηγήσω ούτε να κατανοήσω ούτε και να αντέξω αυτόν τον κόσμο. Αυτή η βραδιά δίνει μέχρι σήμερα ζωή στη ζωή μου!»

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ




 Σήμερα, , η Εκκλησία μας τιμά την . Η γιορτή του Μεγάλου Αθανασίου είναι στις 18 Ιανουαρίου. Σήμερα, όμως, γιορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων αυτού του γίγαντα της Ορθοδοξίας μας.
 Σύμφωνα όμως με τον Κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του Αγίου Αθανασίου, πρέπει να γιορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά αποδεδειγμένη η κοίμηση του.
Και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του, που για το γεγονός αυτό δεν έχουμε την παραμικρή ιστορική αναφορά.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι και όλη η ανέκδοτη ποιητική υμνολογία κατά την 2α Μαΐου περιστρέφεται στην ετήσια μνήμη του και όχι στην ανακομιδή των λειψάνων του, για την οποία ούτε απλή αναφορά γίνεται. Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου, μ’ αυτή του Αγίου Κυρίλλου, δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο όμως είναι, για τον λόγο που καθιερώθηκε και η γιορτή των τριών Ιεραρχών.
Η Εκκλησία απέδωσε πολλές τιμές στον Άγιο Αθανάσιο, διότι αναδείχθηκε ο ηρωικότερος των Άγιων και ο αγιότερος των ηρώων. Να πώς τον χαιρετίζουν οι εκκλησιαστικοί ύμνοι:
«ως την μεγάλην της Εκκλησίας σάλπιγγα, των αρετών κανόνα, τον νουν τον περίβλεπτον, των Πατριαρχών την κρηπίδα, την οξυτάτην γλώσσαν, τον διαυγή οφθαλμόν, τον λαμπτήρα τον φαεινότατον, τον πέλεκυν τον κόπτοντα πάσα ύλην αιρέσεων και καταφλέγοντα τω πυρί τω του πνεύματος».
Και ακόμα: «ως τον άπερίτρεπτον στύλον, τον άσειστον πύργον, τον χρυσορρόαν Νείλον, της αθανασίας τον επώνυμον, τον πυρσόν τον μετάρσιον, τον ακατάβλητον πύργον, τον ταξιάρχην θεολέκτου παρατάξεως, τον θεοφόρον της χάριτος ποταμόν, αρχιερέων το κλέος, αριστέα τον αήττητον, τον συγκόψαντα τας φάλαγγας των αιρέσεων τη δυνάμει του Πνεύματος, τον στήσαντα της Ορθοδοξίας τα τρόπαια καθ’ όλην την οίκουμένην» (Συναξαριστής Μιχαήλ Ι. Γαλανού).
Ας προσέξουμε, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά του Μ. Αθανασίου και ας αγωνιστούμε να τον μιμηθούμε.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Στύλος γέγονας ορθοδοξίας, θείοις δόγμασιν υποστηρίζων, την Εκκλησίαν Ιεράρχα Αθανάσιε· τω γαρ Πατρί τον Υιόν ομοούσιον, ανακηρύξας κατησχυνας Άρείον Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν, το μέγα έλεος.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

«Μάη μου μὲ τὰ λουλούδια καὶ μὲ τὰ γλυκὰ τραγούδια» Καλό μας μῆνα!

 

Ἡ πεταλούδα

Μιὰ πεταλουδίτσα χαρωπὴ πετᾶ
ὄμορφη κουκλίτσα τ’ ἄνθη χαιρετᾶ.

Μιὰ στὸ χώμ’ ἀγγίζει μιὰ πετᾶ ψηλά
σ’ ὅλα τριγυρίζει κάθετ’ ἁπαλά

«Είδες τον αδελφό σου; Είδες Κύριο τον Θεό σου»

 


  Συνήθως επιλέγουμε ανθρώπους που θα μας ανοίξουν πόρτες. Οι φιλίες και οι κοινωνικές μας σχέσεις βασίζονται συχνά στη χρησιμότητά τους για την επίτευξη των οικονομικών και κοινωνικών μας στόχων.
  Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι με τους οποίους δικτυωνόμαστε και σχετιζόμαστε δεν είναι πρόσωπα (υποκείμενα) αλλά αντικείμενα. Είναι μέσα για την επίτευξη των σκοπών μας. 
 Για έναν αγωνιζόμενο χριστιανό αυτό είναι η ύψιστη μορφή φιλαυτίας και ιδιοτέλειας. Η υποβάθμιση του ανθρώπου σε αντικείμενο ικανοποίησης προσωπικών συμφερόντων. Αρκετοί πιστοί πιστεύουν ότι ομοιάζουν με το Χριστό μέσω της ατομικής τους ζωής ως πιστών. Η ομοιότητα αυτή, όμως, φαίνεται και δοκιμάζεται στον τρόπο που σχετίζομαι με τον συνάνθρωπο.
 «Είδες τον αδελφό σου; Είδες Κύριο τον Θεό σου», συμβουλεύει η εμπειρία των νηπτικών πατέρων της Εκκλησίας.

Και η ομορφιά ενός μικρού λουλουδιού μπορεί να μας καταστήσει αναπολόγητους εν ημέρα Κρίσεως...

 

"τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους'' (Ρωμαίους α' 20).
(Διότι οι αόρατες Ιδιότητές Του, δηλαδὴ η Αιώνια Δύναμη Του και η Θεότητα Του, βλέπονται καθαρά από όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος, γενόμενες νοητές δια μέσω των δημιουργημάτων, ώστε να είναι οι άνθρωποι αναπολόγητοι).

Τα πάντα, ακόμη και τα πιο μικρά αγριολούλουδα, μας μιλούν για τον Δημιουργό και Πλάστη μας. Για την Πανσοφία Του, την Δύναμη Του και την Θεϊκή Του Δόξα.
Και η ομορφιά ενός μικρού λουλουδιού μπορεί να μας καταστήσει Αναπολόγητους εν ημέρα Κρίσεως, γιατί θαυμάσαμε την ομορφιά του, αλλά δεν αναγνωρίσαμε και δεν δοξάσαμε τον Δημιουργό του.

(+)Σιατίστης Παύλος: “Το μέλλον του ανθρώπου χωρίς το Θεό είναι η σκουπιδοποίηση του”

 

Η Ανάσταση τού Χριστού είναι τό θεμέλιο γεγονός τής ζωής μας καί τής ζωής τού κόσμου, αφού τήν ημέρα αυτή συνετελέσθη τό πιό σημαντικό γεγονός στή ζωή μας.

Αυτό είναι η νίκη μας απέναντι στόν θάνατο. Ο θάνατος αφαιρεί κάθε νόημα καί κάθε προοπτική από τόν άνθρωπο καί τήν ζωή του. Η Ανάσταση αποτελεί τό γεγονός εκείνο τό οποίο κρίνει τήν ποιότητα τού Προσώπου τού Χριστού, αλλά καί τήν ποιότητα τού κάθε ανθρώπου.

Ο Χριστός Ανέστη καί Ανέστη επειδή προηγουμένως απέθανε. Ο θάνατος τού Χριστού αποδεικνύει μέ τόν πιό αληθινό τρόπο ότι ο Χριστός έγινε καί ήταν αληθινά άνθρωπος. Ο θάνατος ανήκει στήν ανθρώπινη φύση. Ο θάνατος είναι ο καρπός τής αυτονομίας τού ανθρώπου από τήν ζωή τού Θεού.

Ο Θεός είναι η μόνη ζωή τού κόσμου. Ο Θεός ΔΕΝ υπάρχει! Υπάρχω σημαίνει άρχω κάτω από κάποιον άλλον. Ο Θεός λοιπόν δέν υπάρχει.

Στό ερώτημα τού Μωϋσή «ποιό είναι τό όνομά Σου» η απάντηση τού Θεού είναι απόλυτα σαφής καί ξεκάθαρη. «Εγώ ειμί ο Ών». Εγώ είμαι αυτός πού είναι. Αυτή η απάντηση είναι η μόνη πού μπορεί νά εξηγήσει τόν Θεό.

Επειδή ο Θεός είναι γιαυτό καί ο άνθρωπος μπορεί νά υπ-άρχει. Εάν ο Θεός δέν είναι τότε ο άνθρωπος γίνεται μή ών.
Γιαυτό η αυτονομία από τό Είναι, από τό όντως Όν σημαίνει τήν εισβολή τού θανάτου στήν ζωή τού ανθρώπου.

Τό ότι λοιπόν ο Χριστός απέθανε σημαίνει ότι ήταν πλήρης καί αληθής άνθρωπος. Γιαυτό καί απέθανε. Τό ότι όμως ανέστη σημαίνει ότι είναι αληθώς ο Θεός. Τέλειος Θεός καί τήν ίδια στιγμή τέλειος άνθρωπος.

Αυτή είναι η ταυτότητα τού Χριστού. Μέ τήν Ανάσταση Του λοιπόν επιβεβαιώνει ότι Είναι.

Ο Απόστολος Παύλος κατανοώντας αυτή τήν μοναδική αλήθεια θά τονίσει: «εάν ο Χριστός ΔΕΝ αναστήθηκε, είναι μάταια η πίστη μας καί χωρίς περιεχόμενο τό κήρυγμα μας. Ελάτε νά φάμε καί νά πιούμε γιατί αύριο πεθαίνουμε». Άν δηλαδή ο Χριστός δέν αναστήθηκε είμαστε μή όντα τά οποία αύριο θά εξαφανιστούν.

Ίσως κάποιος νά ρωτήσει: Καί γιατί ο άνθρωπος δέν μπορεί νά είναι; Γιά τόν απλό λόγο ότι τό τέλος του είναι ο θάνατος.

Η Ανάσταση τού Χριστού Χριστού καί η μετοχή τού ανθρώπου σέ αυτήν είναι ο μόνος τρόπος νά Είναι ο άνθρωπος.

Οι άνθρωποι πολλές φορές ενοχλούνται από τήν αλήθεια γιατί τούς φαίνεται σκληρή. Αλλά η αλήθεια δέν είναι ούτε σκληρή ούτε μαλακιά, είναι η αλήθεια.

Ποιά λοιπόν είναι η αλήθεια τού ανθρώπου χωρίς τό Θεό; ποιό είναι τό μέλλον του; Τό μέλλον τού ανθρώπου χωρίς τό Θεό είναι η σκουπιδοποίηση του. Αυτό δέν λέγεται υβριστικά.

Αυτή είναι η οντολογική αλήθεια τού ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος πεθαίνει γίνεται ένα ψόφιο κουφάρι πού θά τρέξουμε νά τόν θάψουμε γρήγορα γιατί θά μυρίζει απαίσια. Ο άνθρωπος λοιπόν γίνεται ένα «σκουπίδι».

Κάποιοι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, γιά τούς κακοπροαίρετους δέν μέ ενδιαφέρει, θεώρησαν βαρειά αυτή τήν λέξη, ίσως καί υβριστική.

Είναι όμως η μόνη λέξη πού αποδίδει μέ τρόπο καίριο τήν αλήθεια γιά τόν άνθρωπο τόν αυτονομημένο από τό Είναι τού Θεού. Αμφιβάλλει κανείς ότι χωρίς τό Είναι τού Θεού ο άνθρωπος περιέρχεται στό τίποτα. Μά τό ομολογούν οι ίδιοι.

Ποιά ταυτότητα αποδίδουν στόν εαυτό τους εκείνοι πού αρνούνται τό Είναι τού Θεού; Παραδέχονται ότι περνούν στήν ανυπαρξία, στό μή όν, στήν σκουπιδοποίηση.

Δέν υβρίζω λοιπόν τούς άθεους, περιγράφω τή δική τους αντίληψη γιά τόν εαυτό τους καί εάν έχουν αντίρρηση άς έλθουν νά τό συζητήσουμε.

Γιαυτό λοιπόν γά τήν Εκκλησία, η Ανάσταση τού Χριστού είναι τό μοναδικό εκείνο γεγονός πού δίνει νόημα, αξία καί προοπτική στόν άνθρωπο.

Οι άγιοι καί τά ιερά τους λείψανα πού ευωδιάζουν καί θαυματουργούν είναι η φανέρωση τής προπτικής τού ανθρώπου πού τό σώμα του γίνεται όχι ένα ψόφιο κουφάρι, αλλά ένα ιερό λείψανο, πού οι ίδιοι δέν γίνονται μή όντα, ούτε σκουπίδια, αλλά Θεοί εν μέσω Θεών.

Ο άνθρωπος λοιπόν πού μπολιάζεται στό Σώμα τού αναστημένου Χριστού, τήν Εκκλησία Του, μέ τό Άγιο Βάπτισμα καί παραμένει σέ Αυτό καί τρέφεται μέ τή ζωή τού Σώματος, τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού, έχει ζωή αιώνια καί μέλλον αιώνιο καί μεταβαίνει από τό θάνατο στή ζωή.

Όλα αυτά στήν Εκκλησία είναι εμπειρικά, δέν είναι ιδεολογικά. Οι ιδέες στό τέλος γίνονται αηδίες πού είναι ανίκανες νά χαρίσουν τήν ζωή. Στήν Εκκλησία ο άνθρωπος δέν τρέφεται μέ ιδέες, αλλά μέ αληθινή τροφή.

Η δυνατότητα πού τού χαρίσθηκε καί η ικανότητά του νά μετέχει στό Είναι αποτελεί τό μοναδικό μέτρο τής αξίας τού ανθρώπου καί τό μοναδικό νόημα, πού είναι νόημα ζωής.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

 


Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Ιερεμία τιμά σήμερα, 1 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ.

Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 – 25 ετών, περί το 627 – 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.
Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.
Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».
Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.
Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 – 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ.
Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι».
Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του.
Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.
Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 – 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».
Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ.
Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.
Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του.
Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι’ αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό.
Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.
Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται.
Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.
Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ.
Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».
Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων.
Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.
Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού.
Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.
Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.
Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Εκ γαστρός ηγιάσθης τη προγνώσει του Κτίσαντος, και προφητικής επληρώθης εκ σπαργάνων συνέσεως, εθρήνησας την πτώσιν Ισραήλ, σοφέ Ιερεμία εν στοργή, διά τούτο ως Προφήτην και Αθλητήν, τιμώμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.