Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ
Τό πρόσωπο τῆς μεγάλης Μάνας ὅλων μας τιμοῦμε καθώς ἑορτάζουμε τήν μεγίστη ἑορτή τοῦ καλοκαιριοῦ, τήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Μέ τήν ἑορτή αὐτή ἀποδίδουμε τιμή καί εὐγνωμοσύνη στή Μεγάλη Ἀγαπημένη τῆς καρδιᾶς μας, τοῦ τόπου μας, τῆς ἱστορίας μας. Καί ἡ Παναγία μας εἶναι σίγουρα ἡ πιό ἀγαπημένη.
Ὅλοι μας ἔχουμε συνάψει μαζί της μία ξεχωριστή καί μοναδική σχέση διακρίνοντάς τήν ἀπό τήν μεγάλη χορεία τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας.
Ξεχωρίσαμε
πάνω της αὐτό πού μπορεῖ νά γεμίσει τήν καρδιά μας, νά ἐμπνεύσει τήν
ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτό τήν ἐμπιστευόμαστε, χωρίς δισταγμούς καί ἀναστολές.
Ἡ Παναγία, μία μορφή βγαλμένη μέσα ἀπό τά σπλάχνα τῆς ἀνθρώπινης ἀκαταστασίας καί ἁμαρτωλότητας, ἔδειξε, εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δέν ἦταν δυνατόν νά ἀνήκει στή ζοφερή πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης κατάπτωσης.
Ἔδειξε
ὅτι ἦταν πλασμένη γιά κάτι ἄλλο, κάτι πέρα ἀπό τά δεδομένα καί τά
συνηθισμένα, κάτι πού, τελικά, θά εἶχε σχέση μέ τά γήινα, στήν
προοπτική, ὅμως, νά συνδεθοῦν ἄμεσα μέ τά ἐπουράνια.
Καί ἐκείνη ἔπαιξε ἀκριβῶς αὐτόν τό ρόλο τοῦ ἐκλεκτοῦ συνδέσμου, πού μπόρεσε, μέσα ἀπό τήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή της, νά καταστεῖ τό δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Μπόρεσε
νά ἑνώσει τόν οὐρανό μέ τή γῆ καί νά ἀνανεώσει τήν ἐλπίδα ὅτι ἡ
πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς μας λύτρωσης καί σωτηρίας καθίσταται,
πλέον, ρεαλιστική.
Χωρίς ἴχνος σοβινισμοῦ, πιστεύουμε ὅτι, ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους λαούς τῆς ὑφηλίου, ὁ Ἑλληνικός Ὀρθόδοξος λαός συνδέεται ἄρρηκτα μαζί της μέ τρόπο ἐκπληκτικό.
Κάθε
Αὔγουστο ἡ Ἑλλάδα ζεῖ καί κινεῖται στούς ρυθμούς τῆς μεγάλης γιορτῆς
τῆς Παναγιᾶς. Ἀπό τό ἕνα ἄκρο τῆς πατρίδας ἕως τό ἄλλο, ἄν κινηθεῖ
κανείς, θά διαπιστώσει ὅτι ὁ λαός μας γεμίζει τίς Ἐκκλησιές μέσα στήν
κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Ψάλλει
μέ δέος τόν Παρακλητικό της Κανόνα, ἀνοίγει καί λειτουργεῖ τά ξεχασμένα
καί ἀπομονωμένα ξωκλήσια τῆς ὑπαίθρου καί γιορτάζει τό Πάσχα τοῦ
καλοκαιριοῦ ἀποδίδοντας στό πρόσωπό Της τιμή ξεχωριστή.
Ἀπό τήν Τῆνο μέχρι τή Σουμελά στό Βέρμιο, ἀπό τή Χοζοβιώτισσα τῆς Ἀμοργοῦ μέχρι τή δική μας, τήν Ἑκατονταπυλιανή τοῦ Αἰγαίου ἤ τήν Εἰκοσιφοίνισσα τῆς Μακεδονίας, στήνεται ἕνας μοναδικός λατρευτικός χορός. Ἐξελίσσεται ἕνα ἀέναο πανηγύρι.
Ἕνας
ἀόρατος ἀρχιμουσικός μοιάζει νά κινεῖ τήν εὐλογημένη μπαγκέτα του
ἐναρμονίζοντας αὐτό τό ὑπερκόσμιο καί συνάμα, τόσο δικό μας Θεομητορικό
τραγούδι.
Γιατί, ὅμως ὅλα αὐτά; Γιατί αὐτό τό μεγάλο δέσιμο; Τί εἶναι, ἐπιτέλους, ἡ Παναγία γιά μᾶς; Τόσο ἡ πολιτιστική μας παράδοση, ὅσο καί ἡ θρησκευτική μας πίστη δίνουν τήν ἀπάντηση.
Ἡ
Παναγία γιά ἐμᾶς τούς Ἕλληνες, περισσότερο ἀπό Θεοτόκος, ἀπό Ὑπεραγία,
ἀπό ἕνα πρόσωπο πέριξ τοῦ ὁποίου ἐξελίχτηκαν στήν ἱστορία πολλοί ἀγῶνες
γιά τή δογματική της θέση μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἁπλά καί μόνο ἡ
μεγάλη Μάνα, μέ ὅσα συνεπάγεται αὐτός ὁ ὅρος, ὁ τόσο ἁπλός, μά καί τόσο
μεγάλος καί οὐσιαστικός.
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάνα μας, γιατί εἶναι τό ἀποκούμπι μας.
Σ’ αὐτή καταθέτουμε τά πάθη καί τούς καημούς μας. Ἐκείνης τό ὄνομα φέρουμε ἀβίαστα στά χείλη μας κάθε φορά πού ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους καί προβλήματα.
Εἶναι ἡ Μάνα μας, γιατί σ’ αὐτήν ἀκουμπᾶμε καί παρακαλοῦμε, γιατί εἴμαστε σίγουροι πώς θ’ ἀκούσει, ὅπως ἀκούει ἡ κάθε μάνα τήν παράκληση τῶν παιδιῶν της.
Εἶναι ἡ καταφυγή μας στούς πειρασμούς, ἡ εἰρήνη μας στόν πόλεμο τῶν παθῶν, εἶναι τό φῶς στό σκοτάδι τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν, πού χειμάζουν τίς ψυχές μας.
Εἶναι ἡ προστασία καί ἡ σκέπη τῆς ζωῆς μας, ἐκείνη πού γεμίζει τήν καρδιά μας μέ χαρά καί εὐφροσύνη, πού μᾶς ἔσωσε ἀπό τό θάνατο
καί τή φθορά, γιατί γέννησε τόν νικητή τοῦ θανάτου.
Εἴναι
«ἡ μεταβολή τῶν θλιβομένων, ἡ ἀπαλλαγή τῶν ἀσθενούντων, τῶν
πολεμουμένων ἡ εἰρήνη, τῶν χειμαζομένων ἡ γαλήνη, ἡ μόνη προστασία τῶν
πιστῶν».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάνα μας, γιατί εἶναι ἡ μεσίτριά μας.
Ἡ μητρική της ἰδιότητα εἶναι ἐκείνη πού τήν καθιστά ἱκανή νά πρεσβεύει, μέ παρρησία, στόν Υἱό καί Θεό της, μεταφέροντας στό θρόνο Του τίς δικές μας ἱκεσίες καί παρακλήσεις.
Εἶναι
σέ θέση νά μαλακώνει καί νά καταπραΰνει τήν δίκαιη ἀπογοήτευση τοῦ Θεοῦ
γιά τήν ἐκτροπή καί τό παραστράτημά μας ἀπό τό δικό Του θέλημα καί τό
αἱματοκύλισμά μας στή ζωή τῆς ἁμαρτίας.
Καί ἀφοῦ τέτοια Μητέρα εἶναι γιά ὅλους μας ἡ Παναγία, ἔχουμε τό δικαίωμα νά βάλουμε στό στόμα μας τά λόγια του Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα καί νά τῆς ποῦμε:
«…Σέ σένα καί στή δική σου φιλανθρωπία ἀνήκει, Πολυύμνητη, νά μή σταθμίσεις τή χάρη πού θά μᾶς δώσεις σέ τίποτα δικό μας, ἀλλά στή δική σου μεγαλοπρέπεια.
Κι ὅπως ἐσύ, ἀφοῦ ἑξαιρέθηκες ἀπό τό κοινό γένος κι ἔγινες δῶρο στό Θεό, ἐκόσμησες ἔπειτα ὅλους τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, ἔτσι καί σέ μας, ἀντί γι’ αὐτούς ἐδῶ τους λόγους πού σοῦ προσφέρουμε, ἁγίασε τό θησαυροφυλάκιο τῶν λόγων, τήν καρδιά μας καί ἀνάδειξε τή χώρα τῆς ψυχῆς ἄγονη γιά κάθε κακό, μέ τή Χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Μονογενοῦς σου Υἱοῦ… τώρα καί πάντοτε…».
