Σάββατο 12 Μαΐου 2018

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13/05/2018 - ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤ' - ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Πρωτότυπο Κείμενο
Και παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες; Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς∙ Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δε εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ήμέρα εστίν έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Όταν εν τω κόσμω, φως ειμί του κόσμου. 
Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ∙ ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. Απήλθεν ουν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ουν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον∙ Ουχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; Άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. 
Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμί. Έλεγον ουν αυτώ∙ Πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; Απεκρίθη εκείνος και είπεν∙ Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι∙ ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι∙ απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ουν αυτώ∙ Που εστίν εκείνος; Λέγει∙ Ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτέ τυφλόν. Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αύτού τους οφθαλμούς. 
Πάλιν ουν ήρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. Ο δε είπεν αυτοίς∙ Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές∙ Ούτος ο άνθρωπος ουκ εστί παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; Και σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν∙ Συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ουν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες∙ Ούτος εστίν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; Πως ουν άρτι βλέπει; Απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον∙ Οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη∙ πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους∙ ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. 
Εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ∙ Δος δόξαν τω Θεώ∙ ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν. Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν∙ Ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα∙ εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν∙ Τι εποίησέ σου; Πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Άπεκρίθη αυτοίς∙ Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε∙ Τι πάλιν θέλετε ακούειν; Μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον∙ Συ ει μαθητής εκείνου∙ ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσή λελάληκεν ο Θεός∙ τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. 
Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς∙ Εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής η και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ηνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. 
Απεκρίθησαν και είπον αυτώ∙ Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ∙ Συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε: Και τις εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς∙ Και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. Ο δε έφη∙ Πιστεύω, Κύριε∙και προσεκύνησεν αυτώ.


Απόδοση στη Νεοελληνική
Εκείνο τον καιρό, καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;» Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που με έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο». 
Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς λοιπόν άνοίξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Που είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω» τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. 
Η μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; Πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». 
Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός∙ πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο∙ ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο». 
Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω∙ ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας» τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε∙ γιατί θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου∙ εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευση του». 
Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος σέβεται και κάνει το θέλημα του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. 
Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13/05/2018 - ΠΡΆΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΣΤ'

Πρωτότυπο Κείμενο
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν εἰς τὴν προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνα ἀπαντῆσαι ἡμῖν͵ ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχεν τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα΄ Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν͵ οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. 

Διαπονηθεὶς δὲ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν΄ Παραγγέλλω σοι ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ΄ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας͵ καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον΄ Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες͵ καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι. 

Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ΄ αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιῤῥήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν͵ πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν͵ παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν΄ ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 

Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου͵ ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς͵ σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν͵ νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 
Ἐφώνησεν δὲ Παῦλος μεγάλῃ φωνῇ λέγων΄ Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν͵ ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησεν͵ καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ͵ καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη΄ Κύριοι͵ τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον΄ Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν͵ καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 
Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν͵ καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα͵ ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον παρέθηκεν τράπεζαν͵ καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.


Απόδοση στη Νεοελληνική
Mια άλλη φορά, καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, μας συνάντησε μια νεαρή δούλη, που είχε μαντικό πνεύμα και η οποία με τις μαντείες της έφερνε πολλά κέρδη στους κυρίους της. Aυτή, λοιπόν, ακολουθούσε επίμονα τον Παύλο κι εμάς και φώναζε λέγοντας: ‘’Oι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι του Ύψιστου Θεού, που σας αναγγέλλουν το δρόμο της σωτηρίας!’’ Kι αυτό συνέχιζε να το κάνει πολλές μέρες. 
Kι επειδή είχε κουραστεί πια ο Παύλος να το ακούει, στράφηκε και είπε στο πνεύμα: “Σε προστάζω στο όνομα του Iησού Xριστού, να βγεις απ’ αυτήν’’. Και βγήκε το πνεύμα την ίδια εκείνη ώρα. Σαν είδαν τότε οι κύριοί της πως χάθηκε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στον τόπο σύναξης του κοινού, στους άρχοντες. Εκεί, τους οδήγησαν μπροστά στους στρατηγούς και είπαν: “Oι άνθρωποι αυτοί, που είναι Ιουδαίοι, αναστατώνουν την πόλη μας διδάσκοντας έθιμα, που δεν επιτρέπεται σε μας που είμαστε Ρωμαίοι, να τα δεχόμαστε ή να τα εφαρμόζουμε’’. 
Τότε, σύσσωμο το πλήθος ξεσηκώθηκε εναντίον τους, και οι στρατηγοί, αφού ξέσχισαν εντελώς τα ρούχα τους, πρόσταζαν να τους ραβδίσουν. Έτσι, αφού τους προξένησαν πολλά τραύματα, τους έριξαν στη φυλακή και παράγγειλαν στο δεσμοφύλακα να τους φρουρεί με κάθε ασφάλεια. Eκείνος, όταν πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο πιο εσωτερικό κελί και για σιγουριά πέρασε τα πόδια τους στην ξυλοπέδη. 
Kαι γύρω στα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και παράλληλα υμνολογούσαν το Θεό, ενώ οι φυλακισμένοι τους άκουγαν με προσοχή. Ξαφνικά, τότε, έγινε ένας ισχυρότατος σεισμός, τόσο που τα θεμέλια της φυλακής σαλεύτηκαν και αυτοστιγμεί ανοίχτηκαν όλες οι πόρτες και όλων τα δεσμά λύθηκαν! Ξύπνησε, τότε, ο δεσμοφύλακας και σαν είδε ανοιγμένες τις πόρτες της φυλακής, έσυρε το μαχαίρι του έτοιμος ν’ αυτοκτονήσει, νομίζοντας πως είχαν δραπετεύσει οι φυλακισμένοι. Φώναξε τότε ο Παύλος δυνατά λέγοντας: “Mην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου, γιατί είμαστε όλοι εδώ” ! 
Tότε αυτός, αφού ζήτησε φώτα, πήδησε μέσα στη φυλακή και κυριευμένος από τρόμο έπεσε μπροστά στον Παύλο και το Σίλα. Kατόπιν τους οδήγησε έξω και είπε: “Kύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;” Kι εκείνοι απάντησαν: “Πίστεψε στον Kύριο Iησού Xριστό και θα σωθείς εσύ και η οικογένειά σου”. Στη συνέχεια κήρυξαν το Λόγο του Θεού σ’ αυτόν και σε όλους εκείνους που ήταν στο σπίτι του. 
Tους πήρε τότε ο δεσμοφύλακας, την ώρα εκείνη μέσα στη νύχτα, κι έπλυνε τις πληγές τους και βαφτίστηκε αμέσως ο ίδιος κι όλοι οι δικοί του. Kατόπιν τους ανέβασε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι και αναγάλλιασε που με όλη την οικογένειά του είχε πιστέψει στο Θεό.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, Ο ΖΗΛΩΤΗΣ

Ο Απόστολος Σίμων ήταν ένας από τους δώδεκα Μαθητές του Κυρίου και ήταν αδελφός του Ιούδα του Λεββαίου.
Ο Άγιος Απόστολος Σίμων ονομάσθηκε ζηλωτής, λόγω της θέρμης και του ζήλου με τον οποίο κήρυττε το λόγο του Ευαγγελίου. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και είναι γνωστός ως Σίμων ο Κανανίτης (ή Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος – υιός του Θολομαίου). Μετά την ανάληψη του Χριστού και τη χάρη της Πεντηκοστής, ο Σίμων επιδόθηκε σε ένα ευρύ ιεραποστολικό έργο. Δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Περσία, όπου αφού γκρέμισε το μύθο της πολυθεΐας, φανέρωσε σε πλήθος κόσμου το φως της Ευαγγελικής αλήθειας. Στη συνέχεια μετέβη στην Αφρική, όπου κήρυξε το ζωογόνο Λόγο του αληθινού Θεού και Σωτήρος, από την Αίγυπτο έως τη Μαυριτανία. Ο τελευταίος τόπος της θαυμαστής ιεραποστολικής του δράσης ήταν η Βρετανία. Εκεί αφού δίδαξε στο λαό τη χριστιανική πίστη, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες βασανίστηκε και υπέστη σταυρικό θάνατο.
Σημείωση: Ο Σίμων ο Ζηλωτής εορτάζει και στις 22 Απριλίου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Σίμων, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλος ἔνθεος, καταλαβῶν σε, τοῦ γνωσθέντος σοι, σαρκὸς ἐν εἴδει, ζηλωτὴν ἐν Ἀποστόλοις ἀνέδειξε καὶ τοῦ Δεσπότου ζηλώσας τὸν θάνατον, διὰ Σταυροῦ πρὸς αὐτὸν ἐξεδήμησας, Σίμων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


Ο προφήτης Ησαΐας, ο μεγαλοφωνώτατος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, ο πέμπτος ευαγγελιστής, ο τρίτος κατά χρονολογική σειρά προφήτης σύμφωνα με τη βιβλική ιστορία μετά τον Αμώς και τον Ωσηέ, έδρασε στην Ιερουσαλήμ κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα, επί βασιλείας Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκία. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια γεγονός που αποσαφηνίζει την οικειότητα που είχε να απευθύνεται προς το βασιλιά.
Η εποχή που προφήτεψε ο προφήτης Ησαΐας, του οποίου η προφητική δράση εκτείνεται επί μια πεντηκονταετία, ήταν μια κρίσιμη εποχή για τον ισραηλιτικό λαό τόσο σε πολιτικό όσο και σε θρησκευτικό επίπεδο. Η επικίνδυνη για τον ισραηλιτικό λαό επεκτατική πολιτική της Ασσυρίας υπό την ηγεσία του Τιγλάθ Πιλεσέρ Γ’ ανάγκασε το βασιλιά του Ιούδα Άχαζ όχι μόνο να μην προσχωρήσει στο συνασπισμό των δυνάμεων της Συρίας και της Παλαιστίνης οι οποίες είχαν ως σκοπό να ανακόψουν την επέλαση των Ασσυρίων, αλλά να δηλώσει υποταγή στον Ασσύριο βασιλιά και να οδηγήσει το βασίλειό του στην υποτέλεια. Η φιλοασσυριακή πολιτική του βασιλιά είχε ως επακόλουθο την ανέγερση ειδωλολατρικών βωμών στο βασίλειο του Ιούδα, την εισχώρηση αλλοτρίων θεοτήτων και την επικράτηση του θρησκευτικού συγκρητισμού με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιας του βασιλιά.
Μέσα σε αυτήν την απελπιστική για το λαό του Θεού κατάσταση εμφανίστηκε ο προφήτης Ησαΐας για να κρίνει αρχικά το βασιλιά τον πρώτο υπαίτιο γι αυτήν την κατάσταση και να κηρύξει προς το λαό μετάνοια και σωτηρία που θα παρασχεθεί μόνο από το Θεό.
Η κλήση του έλαβε χώρα κατά το τελευταίο έτος της βασιλείας του Αζαρία μέσω ουράνιας οπτασίας όπως ο ίδιος αφηγείται στο έκτο κεφάλαιο του βιβλίου του: «τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ» (Ησ. 6,1)∙ «ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ καὶ ἤκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου λέγοντος· τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ εἶπα· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι· ἀπόστειλόν με καὶ εἶπε· πορεύθητι καὶ εἰπὸν τῷ λαῷ τούτῳ» (Ησ. 6,6-9).
Το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα αποτελείται από 66 κεφάλαια και διαιρείται σε τρία τμήματα:
1. Κεφάλαια 1 – 39. Περιέχονται: α) λόγοι κατά του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, β) λόγοι κατά Αχαζ και προφητεία περί Εμμανουήλ, γ) προφητείες κατά ειδωλολατρικών λαών, δ) προφητείες κατά αμφοτέρων βασιλείων, ε) ασθένεια και ανάρρωση του Εζεκία.
2. Κεφάλαια 40 – 55. Περιέχονται: α) λόγοι που αφορούν την απελευθέρωση του Ισραήλ, β) ο παίς του Κυρίου και γ) η μέλλουσα δόξα της Ιερουσαλήμ.
3. Κεφάλαια 56 – 66. Περιέχονται: α) προσκλήσεις προς τα έθνη για σωτηρία, β) λόγοι κατά των αρχόντων του λαού και γ) λόγοι κατά της ειδωλολατρίας.
Ο προφήτης Ησαΐας λόγω της πλούσιας προφορικής και συγγραφικής δράσεως είναι ο μεγαλύτερος από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Κύρια θέματα του βιβλίου του είναι η βαθιά πίστη που τρέφει προς το Θεό, του οποίο τονίζει την παγκοσμιότητα, τη δόξα, τη δικαιοσύνη, την αγιότητα και την αγάπη του προς ολόκληρο τον κόσμο και επισημάνεται η αναγκαιότητα για σωτηρία και λύτρωση η οποία παρέχεται μόνο από τον αναμενόμενο και από τους προφήτες προκηρυσσόμενο Μεσσία, του οποίου την έλευση προλέγει και ο προφήτης Ησαίας με τα ακόλουθα προφητικά λόγια: «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ» (Ησ. 7,14).
Η μνήμη του προφήτη Ησαΐα τιμάται την 9η Μαΐου.

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν από ημιβάρβαρη φυλή και ονομαζόταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει αδόκιμος, αποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).
Ο Άγιος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, γι’ αυτό και αποκαλείτο «κυνοπρόσωπος».
Η μεταστροφή του στον Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα Ρωμαικά αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατατάγηκε στις Ρωμαικές λεγεώνες και πολέμησε κατά των Περσών, επί Γορδίου και Φιλίππου.
Όταν ήταν ακόμη κατειχούμενος, για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν επί των ώμων του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό. Μία μέρα παρουσιάσθηκε προς αυτόν μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα το έθεσε επί των ώμων του και στηριζόμενος επί της ράβδου του εισήλθε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, ώστε με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φθάσει στην απέναντι όχθη. Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε. Ο Ρεμπρόβος φύτεψε την ράβδο και την επομένη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστοφόρο. Η άκτιστη θεία Χάρη, που έλαβε την ώρα του βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Και αυτή ακόμα η δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη.
Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ’ αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην Ακολουθία «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.
Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, τον βρήκαν κατά την στιγμή την οποία ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστοφόρο να τους δώσει να φάγουν και ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν. Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε καμία άλλη τροφή, ειρωνευόμενος τον Χριστοφόρο, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του άρτου. Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο του άρτου, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτάσουν οι πεινώντες στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού. Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το τεμάχιο του άρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, προσέπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος εξέθεσε με απλότητα τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριαστιανοί, τους οδήγησε προς τον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες συνέλαβε και αποκεφάλισε, τον δε Χριστοφόρο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην επίμονη άρνηση αυτού.
Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορος Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι’ αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστοφόρος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος υπέστη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο το 251 μ.Χ.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο Μαρτύριο αυτού κοντά στο ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στο Κυπαρίσσιον και στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον της Αγίας Ευφημίας των Ολυβρίου.

Τρίτη 8 Μαΐου 2018

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ



του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου

Ο άνθρωπος είναι ο ναός του Θεού του ζώντος. Πρόκειται για μία αποστολική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, που σημαίνει ότι όπως σ’ ένα ναό κατοικεί η χάρις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, το ίδιο μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η χάρις του Θεού και ο άνθρωπος γίνεται ναός του ζώντος Θεού.

Ο Θεός ονομάζεται ζωντανός, γιατί δεν είναι αποκλεισμένος στον ουρανό και απλώς τον πιστεύουμε, τον παραδεχόμαστε, αλλά κατοικεί, είναι μέσα μιας και εμείς είμαστε ναός του ζώντος Θεού. Βέβαια ο Απόστολος δεν εννοεί ότι ένα μέρος της ύπαρξής μας είναι ναός του Θεού, αλλά όλος ο άνθρωπος είναι προορισμένος να είναι ναός του Θεού και όταν επιτύχει τον προορισμό του γίνεται ναός του Θεού του ζώντος. Γι’ αυτό και στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει μεγάλος σεβασμός και τιμή σ’ όλο τον άνθρωπο.
Όταν τιμούμε τους αγίους της Εκκλησίας, οι οποίοι άγιοι είναι αυτοί που επαλήθευσαν ότι είναι πράγματι ναός του ζώντος Θεού και εφάρμοσαν τις εντολές του και βρήκαν την αλήθεια, δεν τιμούμε μόνο τις ψυχές τους ή τη διδασκαλία ή ακόμα τον νου τους.
Τιμούμε ολόκληρους τους αγίους, ο άνθρωπος αγιάζεται ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι. Γι’ αυτό στην Εκκλησία προσκυνούμε τα άγια λείψανα των αγίων, που είναι τα οστά τους, που δέχθηκαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και είναι ναοί του ζώντος Θεού.
Έτσι εμείς οι Ορθόδοξοι δεν αποδίδουμε απλώς τιμή όπως τιμούμε κάποιους προγόνους μας, αλλά ασπαζόμαστε τα λείψανα, τα αντικείμενα, τις άγιες εικόνες των αγίων, γιατί πιστεύουμε και το ζούμε ότι μ’ αυτό τον τρόπο κοινωνούμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που έχουν αυτοί οι άγιοι. Βέβαια δεν την είχαν μόνο όσο ήταν ζωντανοί, αλλά πολύ περισσότερο τώρα που πάλι είναι ζώντες ενώπιον του Θεού και παραμένουν ζώντες και η ψυχή τους μένει αθάνατη.
Αυτή την ευλάβεια που έχουμε στους αγίους, δεν μπορούν να την καταλάβουν στη Δύση, γιατί προσκυνούμε τα λείψανά τους. Δεν προσκυνούν τα λείψανα, γιατί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που έκανε το Βατικανό και ο Πάπας είναι ότι κατέστρεψαν τη θεολογία την ορθόδοξη, την οποία είχαν μέχρι το 10ο περίπου αι. περί της θεώσεως του ανθρώπου και πλέον δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι ούτε θεωρητικά πώς μπορεί να θεωθεί ο άνθρωπος. Θεωρούν τον αγιασμό ως ένα βραβείο που τους δίνει ο Θεός.
Γι’ αυτό και το φωτοστέφανο στις εικόνες της Δύσης είναι ένα κουλούρι πάνω από το κεφάλι, σαν ένα βραβείο. Σ’ εμάς είναι γύρω από το πρόσωπο των αγίων, γιατί η θέωση αφορά όλο το είναι του ανθρώπου και αγκαλιάζει όλο τον άνθρωπο. Δεν είναι ένα βραβείο που το δίνει ο Θεός, αλλά κάτι που το δέχεται μεν ο άνθρωπος από τη θεία χάρη αλλά ως αποτέλεσμα της ελεύθερης συνεργασίας Θεού και ανθρώπου.
Ο άνθρωπος αγιάζεται ολόκληρος. Γι’ αυτό και στη φύση η αγιότητα ταυτίζεται με την ηθικότητα και την εξωτερική νομιμότητα του ανθρώπου. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν ταυτίζεται. Βέβαια οι άγιοι είναι ηθικοί και νόμιμοι αλλά η χάρις του Αγίου Πνεύματος υπερβαίνει αυτά τα ανθρώπινα στοιχεία τα κοσμικά, και είναι μία ενέργεια του Θεού άκτιστη που καλύπτει όλο το είναι του ανθρώπου, όλος ο άνθρωπος αγιάζεται.
Όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, και είναι μία σαφής απάντηση κυρίως στους μάρτυρες του Ιεχωβά και τους Προτεστάντες, η γυναίκα η αιμορροούσα πήγε και άγγιξε τα ιμάτια του Χριστού και αμέσως θεραπεύτηκε.
Οπόταν ρωτούμε, είναι δυνατόν το ρούχο να έκανε το θαύμα; Όχι βέβαια. Αυτός που θαυματούργησε ήταν ο Χριστός. Διά του ενδύματός του διετέλεσε θαύματα, λόγω βέβαια και της πίστεως της γυναίκας. Λέει λοιπόν στις Πράξεις των Αποστόλων, ότι μόλις έπεφτε η σκιά των Αποστόλων πάνω σε ασθενείς θεραπεύονταν, ακόμη και τα μαντίλια τους έκαναν θαύματα.
Μέσα από την πίστη των ανθρώπων και διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος επιτελούνταν και επιτελούνται θαύματα. Φυσικά και οι άγιοι από μόνοι τους δεν επιτελούν θαύματα, αλλά η χάρις του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα στα αντικείμενα των αγίων, συνεργούσης της πίστεως του ανθρώπου επιτελεί τα θαύματα και τα ιάματα και όλα τα άλλα γνωρίσματα, που τα άγια λείψανα και οι άγιες εικόνες επιτελούν σ’ αυτούς, που μετά πίστεως προσέρχονται σ’ αυτά.
Ακόμα δε όταν ο Απόστολος μιλά για τις σαρκικές αμαρτίες είναι, γιατί ο άνθρωπος οφείλει να διατηρεί το σώμα του αγνό και καθαρό από κάθε μολυσμό, από κάθε αμαρτία. Γιατί αυτό το σώμα είναι προορισμένο να θεωθεί, ολόκληρο το σώμα είναι προορισμένο εις θέωση και αγιασμό. Γι’ αυτό κι όταν βαπτιζόμαστε, βαπτιζόμαστε ολόκληροι, γιατί όλος ο άνθρωπος αγιάζεται.
Έτσι τα λείψανα των κεκοιμημένων χριστιανών είναι πάντοτε σεβαστά δεν τα φθείρουμε. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν δέχεται την καύση των νεκρών, όχι πως ο Χριστός θα δυσκολευτεί να αναστήσει τους νεκρούς που έχουν καεί, αλλά κηδεύοντας και ενταφιάζοντας τα νεκρά σώματα είναι έκφραση της πίστεώς μας ότι το σώμα είναι άγιο και προορίζεται εις αγιασμό και θέωση και περιμένει και προσδοκά την Ανάσταση των νεκρών.

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ




+Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου

Το έδαφος πάνω στο οποίο εδράζεται αυτή η παιδαγωγία είναι πάντα η αγάπη· μια αγάπη, όμως, που δε θωπεύει τα κακώς κείμενα, με κίνδυνο την επανάληψή τους, αλλά ελέγχει και με διακριτική αυστηρότητα διορθώνει, αποσκοπούσα στην οριστική αντιμετώπισή τους.

Η αντίληψη της Εκκλησίας μας περί της άνευ όρων αγάπης μας προς όλους, ως μίμηση Ιησού Χριστού, είναι σαφής. Στην τέχνη της παιδαγωγίας, όμως, η αγάπη μπορεί να εκφράζεται με πολλούς τρόπους, ακόμα κι αν κάποιοι απ’ αυτούς φαντάζουν σκληροί και ανάλγητοι. «Υπάρχουν περιπτώσεις που η αληθινή αγάπη επιβάλλει την ωμή γλώσσα της ειλικρίνειας ή τον θερμοκαυστήρα της αποστειρώσεως. Και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, είτε στις σχέσεις αγωγής και φιλίας, είτε στις πνευματικές σχέσεις. Είναι οι περιπτώσεις που η διόρθωση μόνο με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται.
Η ανοχή, έρχονται στιγμές που μετατρέπεται σε ενοχή, πράγμα που δείχνει, πως δεν είναι η αληθινή αγάπη που γαλβανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά η αδιαφορία ή και το συμφέρον.
Δε μισεί εκείνος που ξέρει να λέει «όχι» σε παράλογες, ύποπτες ή επικίνδυνες αξιώσεις των άλλων, πολύ περισσότερο, όταν αυτοί οι άλλοι δεν έχουν ούτε την πείρα, ούτε την δύναμη να προφυλάξουν τον εαυτό τους από πτώσεις και όταν ο αντιστεκόμενος στις αξιώσεις αυτές έχει την ευθύνη της ορθής τους πορείας»i
Στην ίδια λογική κινείται και η επιβολή του επιτιμίου, του κανόνα, από τον πνευματικό στον εξομολογούμενο, ο οποίος υπέπεσε σε βαρύ αμάρτημα, που αμαύρωσε πάνω του την εικόνα του Θεού.
Πρόκειται για πνευματική διαδικασία, κινούμενη από άπειρη αγάπη προς τον παραδομένο στην αμαρτία άνθρωπο, που αποσκοπεί στην διόρθωσή του, στην συμφιλίωσή του με τον Θεό και στην εμπέδωση της μετανοίας του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χρησιμοποιεί μία παραστατική εικόνα για να περιγράψει την αυστηρότητα του επιτιμίου, ως έκφραση πραγματικής αγάπης: «αν δεις ένα άλογο να τρέχει προς τον γκρεμό, του βάζεις χαλινάρι και το συγκρατείς με πολλή δύναμη∙ πολλές φορές το μαστιγώνεις κιόλας. Αν και, βέβαια, αυτό είναι τιμωρία, όμως, η τιμωρία αυτή είναι πρόξενος σωτηρίας.
Μην το θεωρήσεις αυτό ως δείγμα ωμότητας και απανθρωπίας, αλλά, αντίθετα, της πιο μεγάλης καλοσύνης, της άριστης θεραπείας και της πολλής φροντίδας του Θεού για τον αμαρτωλό».
Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, είναι πνευματικός Πατέρας, είναι παιδαγωγός εις Χριστόν και γνωρίζει πως οφείλει να χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο, μέσα στο πλαίσιο της εν Χριστώ αγάπης, για να στερεώσει τα πνευματικά του τέκνα στην πίστη και να τα προφυλάξει από εκτροπές, καταστροφικές για την ψυχική τους πρόοδο και σωτηρία. Άλλοτε θωπεύει και άλλοτε επιτιμά. Δεν παύει, όμως, ποτέ να αγαπά. Ας είναι το παράδειγμά του οδοδείκτης ζωής για τους γονείς, τους παιδαγωγούς, τους πνευματικούς Πατέρες. Η αγάπη δεν υπαγορεύει ούτε την αποκλειστική θωπεία, ούτε την άμετρη αυστηρότητα. Ο διακριτικός συνδυασμός τους επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα.

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

0508_arsenios_the_great1
Ο Όσιος Αρσένιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Ρώμη, στην εκκλησία της οποίας ήταν διάκονος, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου (379-395 μ.Χ.). Διακρινόταν για τη σοφία, το άμεμπτο ήθος και τις ποικίλες αρετές του. Διήλθε τη ζωή του με την προσευχή, την λατρευτική ζωή, την μελέτη και την τήρηση των θείων εντολών και έμαθε και την «άγνωστον γνώσην». Τη γνώση, δηλαδή, πού δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με το ανθρώπινο μυαλό, αλλά αποκαλύπτεται από τον Θεό στην κεκαθαρμένη καρδιά. Με άλλα λόγια, εντρύφησε με την μελέτη και τον τρόπο της ζωής του στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού και αναδείχθηκε σοφός διδάσκαλος και άριστος παιδαγωγός. Εξαιτίας αυτού, με την υπόδειξη του βασιλέως Γρατιανού και του Πάπα Ιννοκεντίου, προσλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο ως διδάσκαλος των υιών του Αρκαδίου και Ονωρίου.
Στην Κωνσταντινούπολη έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές, του δόθηκε ο τίτλος του πατρικίου και ετιμάτο ως βασιλοπάτωρ, όπου όλοι τον θαύμαζαν για τις πολλές γνώσεις και τη σεμνότητα του ήθους του. Αποφεύγοντας τους θορύβους της πόλεως και τον πολυτελή βίο στα ανάκτορα, παρακαλούσε τον Θεό να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τα υψηλά του καθήκοντα και να τον οδηγήσει σε οδό σωτηρίας. Οι παρακλήσεις του Οσίου εισακούσθηκαν και μία ημέρα άκουσε υπερκόσμια φωνή, η οποία τον προέτρεπε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Ευθύς αμέσως απέβαλε τα λαμπρά του ενδύματα και αφού μεταμφιέσθηκε, έφυγε στην Αίγυπτο, εισήλθε σε Σκήτη και εκάρη μοναχός. Εκεί έλαβε την πληροφορία από τον Θεό να ασκηθεί περισσότερο στη σιωπή και την ησυχία. Η υπεροχή του κατά τη μόρφωση και τα ιερά γράμματα και το ασκητικό του ήθος, η ταπεινοφροσύνη και οι κατά Θεόν αρετές του, τον ανέδειξαν σε πνευματικό προεστώτα μεταξύ των συνασκητών του στην έρημο. Η φήμη της αγιότητάς του διαδόθηκε σε όλη την περιοχή, πολλοί δε από τις πόλεις προσέρχονταν, για να ακούσουν την διδασκαλία του, να ωφεληθούν πνευματικά και να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος επισκέφθηκε πολλές φορές τον Όσιο Αρσένιο, για να τον συμβουλευθεί επί θεολογικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων.
Σε μία από τις επισκέψεις του ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος μαζί με μερικούς άλλους παρακάλεσε τον Όσιο να τους πεί κάποιο λόγο, για να ωφεληθούν πνευματικά. Τότε ο Μέγας Αρσένιος τους ρώτησε: «Εάν σάς πώ κάποιο λόγο, θα τον εφαρμόσετε;». Και όταν εκείνοι απάντησαν ναί, τους αποκρίθηκε: «Όπου ακούετε ότι ευρίσκεται ο Αρσένιος, μή πλησιάσετε σε αυτόν». Το περιστατικό αυτό δείχνει τη μεγάλη του ταπείνωση. Βίωνε στην καθημερινή του ζωή το λόγο «όσο μέγας εί, τοσούτον ταπείνου σεαυτόν».
Ο Όσιος, για να αποφύγει την κοινωνικότητα και τις συχνές βαρβαρικές εισβολές και για να επιδοθεί απερίσπαστος στην προσευχή και τον καθαρό ασκητικό βίο, εγκατέλειψε τη Σκήτη και με την συνοδεία των μαθητών του Αλεξάνδρου και Ζωίλου κατέφυγε στην Πέτρα, κοντά στην Μέμφιδα, και μετά στην Κανώπη, εκεί όπου το 445 μ.Χ. κοιμήθηκε με ειρήνη. Όταν πλησίαζε η ώρα της εξόδου του από την πρόσκαιρη αυτή ζωή, τον ρώτησαν οι μαθητές του, σε ποιόν τόπο και πώς θα ήθελε να τον ενταφιάσουν, και εκείνος, ο μακάριος τους αποκρίθηκε: «Ώ, τέκνα μου, να δέσετε σχοινίον εις τους πόδας μου και να με σύρετε εις το βουνόν». Είναι και αυτή η απάντηση ενδεικτική της μεγάλης ταπεινώσεώς του.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης περιγράφει και την εξωτερική όψη του Οσίου και λέγει ότι ο Όσιος Αρσένιος ήταν «ξηρός το σώμα και μακρύς εις το μέγεθος, είχε τα γένεια μακριά έως την κοιλίαν, το είδος του προσώπου του ήτο αγγελικόν και σεβάσμιον, ως το του Πατριάρχου Ιακώβ».
Αξιοσημείωτα είναι τα τρία αποφθέγματα τα οποία μάς άφησε ο Όσιος Αρσένιος. Πρώτον, η υπενθύμιση, πού συνήθιζε να κάνει στον εαυτό του να μην ξεχάσει ποτέ τον λόγο για τον οποίο ζούσε και για τον οποίο πήγε στην έρημο. Και ο λόγος αυτός δεν είναι άλλος από την θέωση, πού είναι και ο σκοπός ζωής όλων των Χριστιανών. Δεύτερον, το «ο Θεός μου, μή εγκαταλείπης με, ότι ουδέν εποίησα αγαθόν ενώπιόν Σου, αλλά δός μοι διά την αγαθότητά Σου βαλείν αρχήν». Δηλαδή, ο Όσιος Αρσένιος θεωρούσε τον εαυτό του πολύ αμαρτωλό, αισθανόταν ότι δεν έχει κάνει κανένα καλό στη ζωή του και παρακαλούσε τον Θεό να μην τον εγκαταλείψει, αλλά να τον αξιώσει να βάλει αρχή μετανοίας. Τρίτον, η συμβουλή «πάσαν σου την σπουδήν ποίησον, ίνα η ένδον σου εργασία κατά Θεόν ή, και νικήσης τα έξω πάθη». Δηλαδή, μάς προτρέπει ο Όσιος, όπως ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ότι όλη τη σπουδή μας πρέπει να έχουμε στο να γίνεται η εσωτερική εργασία της ιεράς προσευχής και νήψεως, καθαρά και μόνο για τον Θεό, διότι εάν αυτή ενεργείται καθαρά, θα νικήσουμε τα εξωτερικά πάθη του σώματος. Την παραπάνω συμβουλή του Οσίου Αρσενίου την αναφέρει πολλές φορές στους λόγους του ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ...

                Η Πολιτεία προσπαθεί να εξισώσει ηθικά τα ομόφυλα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, με το να δίνει την δυνατότητα αναδοχής παιδιών στα πρώτα, σύμφωνα με την συζήτηση που άνοιξε δύο και πλέον χρόνια μετά την ψήφιση του σύμφωνου συμβίωσης. Ενθαρρυμένη από ένα πνεύμα ανεκτικότητας και σεβασμού στην διαφορετικότητα το οποίο τείνει να γίνει πλειοψηφία, κυρίως ανάμεσα στις νεώτερες ηλικίες, αλλά και από το γεγονός ότι η μεταμοντέρνα εποχή μας δεν είναι εύκολο να βάλει περιορισμούς στην νοοτροπία του «όλα επιτρέπονται», προσπαθεί να κάνει το μεγάλο βήμα προς την καθιέρωση του γάμου των ομόφυλων.
                Έχει επισημανθεί ότι εδώ πρόκειται για επίσημη αλλαγή του κοινωνικού προτύπου. Η φύση λειτουργεί στην προοπτική της ένωσης του αρσενικού με το θηλυκό. Η ανθρώπινη πραγματικότητα, στα πλαίσια της ελευθερίας, τείνει να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η φύση αφήνει περιθώρια και για άλλες ενώσεις. Αυτός ο δρόμος στην πατρίδα μας μέχρι τώρα δεν έχει θεσμοθετηθεί πολιτειακά και κοινωνικά. Ήρθε ο καιρός....
                Οι νέοι μας δεν ενοχλούνται στην πλειοψηφία τους από αυτήν την θέαση. Συνήθισαν από την τηλεόραση, το διαδίκτυο, την προπαγάνδα από μοντέρνους εκπαιδευτικούς,  τον αντιρατσιστικό αξιακό προσανατολισμό, να μην διακρίνουν τι είναι φυσικό και τι δεν είναι. Όλα οδηγήθηκαν εκεί αργά αλλά σταθερά. Πρώτα απαξιώθηκε ηθικά ο γάμος και απελευθερώθηκαν οι σχέσεις των δύο φύλων από την ευθύνη της οικογένειας, η οποία μετατέθηκε χρονικά ή συνδυάσθηκε με την ευκολία του διαζυγίου. Αποϊεροποιήθηκε το σώμα και έγινε αυτάρκης η ηδονή, χωρίς η ύπαρξη να συμμετέχει σ’ αυτήν πληρωτικά. Όλα έγιναν δικαίωμα. Η ομοφυλοφιλία σταδιακά έγινε φυσική κατάσταση, από την στιγμή που δεν μετρά η κοινωνία, αλλά το άτομο.  Απομαγεύτηκε ο γάμος των ετερόφυλων και μυθοποιήθηκε η συμβίωση των ομοφυλόφιλων, σαν να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα σ’ αυτήν, αλλά η μοναδική δυσκολία να είναι η προκατάληψη της κοινωνίας. Και η Εκκλησία, η οποία επιμένει στην ταυτότητά μας, θεωρήθηκε θεσμός με αναχρονιστικό λόγο και μη ικανός να παρακολουθήσει την κοινωνική πρόοδο.
                Είναι καιρός, ωστόσο, να ξαναπούμε την αλήθεια. Είναι άλλο ο σεβασμός στην διαφορετικότητα και άλλο το να ξεκαθαρίσουμε ότι για την πίστη μας υπάρχει αμαρτία που δεν πρέπει να γίνεται πρότυπο. Αν χάσουμε την ταυτότητά μας στο όνομα των δικαιωμάτων, όπως τείνει να γίνει πραγματικότητα, τότε φτιάχνουμε μία κοινωνία χωρίς φύλο, με προσανατολισμό τον εαυτό μας και τι μας αρέσει και αρνούμαστε και επίσημα την συλλογικότητα. Γινόμαστε ένα άθροισμα ομάδων και πληθυσμών και όχι λαός.
                Η Εκκλησία, αλλά και οι γονείς, όπως επίσης και όποιος ζητά να έχουμε ταυτότητα στηριγμένη στην παράδοσή μας, καλούμαστε να μιλήσουμε στα παιδιά μας χωρίς υπεκφυγές. Σεβόμαστε κάθε ομάδα, κάθε άνθρωπο για τις όποιες επιλογές, αλλά δεν συμφωνούμε! Και δεν το κρύβουμε ότι  δεν συμφωνούμε. Αγαπούμε και συνυπάρχουμε ναι, όμως δεν σημαίνει ότι αυτοφιμωνόμαστε για να μην ενοχλούμε. Αγκαλιάζουμε τον κάθε τραυματισμένο και πληγωμένο άνθρωπο, βλέποντας ότι όλα δεν είναι τέλεια, όσο κι αν εξιδανικεύονται, και του προτείνουμε την οδό της μετάνοιας, της αγάπης, την παρουσία του Χριστού σε μία Εκκλησία που δεν κλείνει τις πόρτες. Όμως δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι «όλα επιτρέπονται»!
                Λείπει πασιφανώς η μετάνοια από την ζωή μας...

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ




Είναι αδύνατον να περιγράψουμε τους ευκλεείς καρπούς που χαρίζει στον άνθρωπο η καρδιακή προσευχή. Θα μπορούσαμε να περιοριστούμε μόνο στα λόγια που συναντούμε στις Πράξεις των Αποστόλων ότι «πας ός άν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ. 2,21 ), αλλά πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι καρποί της καρδιακής προσευχής είναι ανεξάντλητοι. Πολλοί και ποικίλοι.
Το Άγιο Πνεύμα ενεργεί σε κάθε ψυχή που καλλιεργεί τη νοερά εργασία και αποκτούμε την θεία άκτιστη Θεία Χάρη.
«Δια Πνεύματος Αγίου», συνοψίζει ο Μέγας Βασίλειος, «η εις παράδεισον αποκατάστασις , η εις βασιλείαν ουρανών άνοδος∙ η εις υιοθεσίαν επάνοδος∙ η παρρησία του καλείν εαυτών Πατέρα τον Θεόν , κοινωνόν γενέσθαι της χάριτος του Χριστού…».
«Κατά την αναλογίαν της καθάρσεώς μας», καθώς διδάσκει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, επιτυγχάνουμε την κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα.
Συνοπτικά οι καρποί της νοεράς προσευχής είναι:
• η εγρήγορση και η ευλάβεια
• ο φόβος του Θεού και η μνήμη θανάτου
• η ειρήνη των λογισμών και η θερμότητα της καρδιάς
• η συνεχής παρακολούθηση της πνευματικής μας ζωής και το κατά Θεόν πένθος.
• η αίσθηση της παρουσίας του Θεού και η έξοδος της ψυχής από τα αισθητά πράγματα
• η απόκτηση της αγάπης του Θεού και η κατανόηση της Αγίας Γραφής
• τα δάκρυα κατανύξεως και ο φωτισμός του νου
• η μέθεξη ακτίστου ενεργείας και η θεία έλλαμψη.
Ναι. Η νοερά προσευχή φέρνει θείες καταστάσεις, άγια χαρίσματα, υπερκόσμια βιώματα τα οποία «Μάτι δεν είδε κι ούτε αυτί τ’ άκουσε κι ούτε που τα ‘ βαλε ο λογισμός του ανθρώπου όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που Τον αγαπούν» ( Α’ Κορ. 2,9 ) .
Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει: «Αρκεί το όνομά σου καλέσαι μόνον και πάντα ανύσαι μεθ’ υπερβολής» ( Αρκεί το Όνομά σου μόνο να επικαλεσθώ και θα τα επιτύχω όλα με υπερβολική ευκολία ) .
Και πάλι ο ιερός Πατέρας τονίζει: «Δεν υπάρχει εμπόδιο να προσεύχεσαι καρδιακά ακόμη κι όταν περπατείς και να έχεις το νου σου στον ουρανό …Και κάθε τί που κάνετε …όλα να τα κάνετε στο όνομα του Κυρίου Ιησού και για τη δόξα Του”… Σε κάθε περίπτωση πρώτα να προσεύχεσαι σ’ Αυτόν και μετά να καταγίνεσαι με τις υποχρεώσεις σου…
Όταν επικαλείσαι το όνομα του Θεού , όλα εξελίσσονται ευνοϊκά… Όλα να τα κάνεις στο όνομα του Κυρίου και όλα τα αιτήματά σου θα ευοδωθούν… Τίποτε δεν είναι ίσο με το όνομα του Χριστού… “ Το όνομα σου”, λέγει το Άσμα των Ασμάτων “είναι σαν το μύρο που χύνεται και ευωδιάζει”. Εκείνος που προφέρει αυτό το όνομα , γεμίζει αμέσως από ευωδία.
Αν πεις, στο όνομά του Πατρός και του Υιού και του Αγ. Πνεύματος με πίστη τα φέρνεις όλα εις πέρας… Έτσι , όταν επιστρατεύεις το όνομα του Κυρίου εναντίον των ασθενειών είναι φοβερό. Αν ψέλνεις με πίστη το γλυκό αυτό άσμα, μπορείς να απομακρύνεις αρρώστιες και δαίμονες… Με την επικράτηση του ονόματος του Χριστού η οικουμένη επέστρεψε στην αληθινή πίστη, η τυραννική εξουσία της αμαρτίας καταργήθηκε ο διάβολος απατήθηκε οι ουρανοί που ήταν κλειστοί για τον άνθρωπο άνοιξαν και εμείς αναγεννηθήκαμε”».

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΔΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ



Τη μνήμη του Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 7 Μαΐου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Κοδράτος έζησε στα χρόνια των βασιλέων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) και Ουαλεριανού (251 – 259 μ.Χ.) στη Νικομήδεια.
Συνελήφθη σαν Χριστιανός, οδηγήθηκε στον ανθύπατο Περίνιο και όταν τον ανέκρινε, ο Κοδράτος, ομολόγησε με θάρρος ότι είναι χριστιανός. Τότε τον άπλωσαν κατά γης, τον μαστίγωσαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών και αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή. Από τη Νικομήδεια, με προσταγή του ανθύπατου, μεταφέρθηκε στη Νίκαια, όπου δι’ αυτού πολλοί πίστεψαν στον Χριστό και θανατώθηκαν άλλοι με φωτιά και άλλοι με μαχαίρια.
Εκεί αφού τον κρέμασαν, έγδαραν τις σάρκες του, τον μαστίγωσαν και τον έστειλαν στην Aπάμεια, όπου και εκεί υπέστη πολλά και ποικίλα μαρτύρια.
Από εκεί ο ανθύπατος τον οδηγούσε δέσμιο στην Καισαρεία. Στο δρόμο, πολλές φορές προσπάθησε να πείσει τον Κοδράτο να προσφέρει θυσία στους θεούς, αλλά ο μάρτυρας παρέμεινε άκαμπτος στην πίστη του.
Τότε κοντά στην Ερμούπολη, διέταξε να τον βάλουν επάνω σε πυρακτωμένη σχάρα και έπειτα τον αποκεφάλισαν. Γίνεται δε η σύναξη του κοντά στην Ξηροκίρκου.

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ...




Και εκεί που νιώθεις «δυνατός», και αισθάνεσαι λες και χάθηκαν οι καημοί και τα βάσανα σου, άξαφνα έρχεται μια πτώση, μια παλιά ή νέα δοκιμασία να σου κλείσει ξανά χαιρέκακα το μάτι.
Να και πάλι ο πόνος που ήρθε να σου θυμίσει οτι ακόμη δεν έβγαλες φτερά. Όπως τον ήλιο που τ’ απόγευμα σκέπασαν κάτι απειλητικά σύννεφα ή εκείνο το μοναδικά όμορφο πρόσωπο που στο γέλιο κύλησε ένα δάκρυ και θάμπωσε την ματιά του.Κι όλα αυτά, για να θυμόμαστε ότι τίποτε δεν είναι αυτονόητο, ότι τίποτε δεν κρατάει για πάντα. Όλα είναι ρευστά ίσως γι αυτό και σημαντικά. Τόσο που πρέπει να τα ζούμε.
Υπάρχει όμως Εκείνης η αγκαλιά. Εκείνης της μάνας του Θεού. Τι ωραίο που ο Θεός μου έχει μάνα. Ετσι ξέρει απο αυτή την ζεστή και συνάμα δύσκολη σχέση.Η Παναγία, η αγκαλιά της, που κάλυψε στις πιο δύσκολες στιγμές μας, την έλλειψη μιας μάνας, την απουσία της αγάπης, τα λάθη που γέμισαν ενοχές τα σωθικά μας.
Μας αγαπάει η Παναγία, όχι γιατί είμαστε υπέροχοι, ούτε γιατί αγγίζουμε την τελειότητα, αλλά γιατί είναι Μάνα και ξέρει να αγαπά το αδύνατο, το φοβισμένο, το ανασφαλές, το ανήμπορο μονάχο να υπάρξει. Ξέρει το κλάμα να σιωπά και ανάσες να του δίνει. Ξέρει καλά, ότι στο βάθος των πραγμάτων όλοι μια αγκαλιά ζητάμε.
Εκεί γεννηθήκαμε εκεί θα ξαναπάμε
π.Λίβυος

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ



Τη μνήμη της Οσίας Σοφίας της εν Κλεισούρα ασκήσασας τιμά σήμερα, 6 Μαΐου η Εκκλησία μας. Η Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας του Πόντου.
Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί. Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο, αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον απεβίωσε.
Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία».
Το 1927 μ.Χ. με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής.
Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν, κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς… Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε, να σας σκεπάζει ο Θεός».
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους. Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια «εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Η Οσία Σοφία, η «ἀσκήτισσα τῆς Παναγιᾶς» όπως αποκαλείται, εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974 μ.Χ. Στις 7 Ιουλίου 1981 μ.Χ. γίνεται η πρώτη ανακομιδή των λειψάνων της, τα οποία ευωδιάζουν. Στις 27 Μαΐου 1998 μ.Χ. γίνεται η δεύερη ανακομιδή των λειψάνων της τα οποία μεταφέρονται στο μοναστήρι από το Σεβ. Μητροπολίτη Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ.
Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ., έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά.
Τόσο την Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου όσο και τον Παρακλητικό κανόνα και τα Εγκώμια προς την Οσία, έγραψε ο Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, χαρισματούχος Δρ Χαράλαμπος Μπούσιας.
Απολυτίκιον:
Ήχος γ΄. Την ωραιότητα

Σοφίας γέγονας, μήτερ αοίδημε, Σοφία, σέμνωμα, της Θεομήτορος, εν τη Μονή ασκητικώς τον βίον σου διελθούσα,όθεν και απείληφας των καμάτων σου έπαινον, κατατραυματίσασσα των δαιμόνων τας φάλαγγας, και πρέσβειρα Χριστώ παρεστώσα, μη επιλάθου των πόθω τιμώντων σε.

ΙΩΒ ΤΟΥ ΠΟΛΥΑΘΛΟΥ


Ο Ιώβ και οι τρεις φίλοι του.13ος αι. Μονή Μεγίστης Λαύρας
Η υπόθεση του βιβλίου της Π. Διαθήκης.
Ο Ιώβ είναι ένας εκλεκτός και πλήρως αφοσιωμένος στον Κύριο άνθρωπος, με αρετή και ευσέβεια, που την επιδοκιμάζει πλήρως και την επαινεί ο ίδιος ο Θεός και τον θεωρεί ως τον πιο εκλεκτό άνθρωπο στη γη. Για τη γνησιότητα όμως της ευσέβειας και της αρετής του Ιώβ αμφιβάλλει απολύτως ό σατανάς, πού προσπαθεί να τον διαβάλει και σ’ αυτόν τον Θεό ως υποκριτή και καθαρά έμπορο της ευσέβειας! Θεωρεί την ευσέβεια του Ιώβ ως ψεύτικη -σαν να μην είναι παντογνώστης ο Θεός και σαν να μη βλέπει τα κρυφά για άλλους μυστικά των καρδιών και φυσικά και τα βάθη της καρδιάς του δούλου Του Ιώβ!- και αποδίδει καθαρά εγωιστικά ελατήρια και κίνητρα για ικανοποίηση ατομικών συμφερόντων και μόνο στον Ιώβ. Ο Ιώβ τον εαυτό του αγαπά και όχι το Θεό, πιστεύει ο σατανάς. Αρκεί, για να το αποδείξει αυτό, η αφαίρεση όλων των αγαθών, που του χάρισε και τον προστατεύει ο Θεός!
Ο Θεός, για να ανάδειξη τη γνησιότητα της ευσέβειας του Ιώβ και για να αφήσει να φανεί περίτρανα η πηγαία αφοσίωση του σ’ Αυτόν, επιτρέπει στο σατανά να τον υποβάλει σε πειρασμό, αλλά χωρίς να του πειράξει τη ζωή. Και αυτό έγινε σε δυό φάσεις, αφού μετά την πρώτη φάση αποδείχτηκε αβάσιμος και ανόητος ο ισχυρισμός του σατανά. Χωρίς καμιά αργοπορία ο διάβολος οργανώνει την πρώτη φάση της καταστροφικής του επιθέσεως εναντίον του Ιώβ και μετά την αποτυχία του στην πρώτη, τη δεύτερη.
Η πρώτη φάση της επιθέσεως του σατανά περιέλαβε δοκιμασίες εις βάρος της περιουσίας του Ιώβ, της οικογένειάς του και του υπηρετικού του προσωπικού. Με απανωτά χτυπήματα χάνει ο Ιώβ από τη μια στιγμή στην άλλη όλα, όσα είχε, από άποψη περιουσίας· χάνει το υπηρετικό του προσωπικό και προ πάντων αφανίζονται με τρόπο τραγικό και τα δέκα παιδιά του καταπλακωμένα κάτω από τα ερείπια του σπιτιού του πρωτότοκου γιου του. Η δοκιμασία αυτή, όσο κι αν ήταν πολύ βαριά, δεν λύγισε τον πιστότατο Ιώβ. Δεν βλασφήμησε το Θεό για τις καταστροφές και τον αφανισμό των παιδιών του, όπως περίμενε ανόητα ο σατανάς. Ο Ιώβ όχι μόνο δεν βλασφήμησε τον άγιο Θεό, άλλα και τον δόξαζε και ευλογούσε το πανάγιο Όνομά Του δεχόμενος με απέραντη εγκαρτέρηση τη δοκιμασία, που του έστειλε ο Θεός. Γιατί αυτό πίστευε, ότι δηλαδή όλα του ερχόταν από το Θεό.
Η δεύτερη φάση του πειρασμού ήταν ακόμη πιό οδυνηρή, γιατί αναφερόταν πια στον ίδιο τον Ιώβ και βιολογικά. Νόμιζε ο σατανάς πως προσβάλλοντας τον ίδιο τον Ιώβ με κάτι πολύ σκληρό και οδυνηρό, θα τον ωθούσε σε βλασφημία κατά του Θεού, γιατί γι’ αυτόν η ευσέβεια και η αρετή δεν ήταν παρά φτηνή εμπορική πράξη, δοσοληψία με βασικό γνώρισμα το δούναι – λαβείν, και τίποτε άλλο, και με κίνητρο το συμφέρον. Με τη δεύτερη άδεια, που πήρε ο σατανάς να δοκιμάσει τον Ιώβ, προσέβαλε ξαφνικά τον Ιώβ με μια τρομερή, όσο και φρικτά αποκρουστική ασθένεια σε όλο του το σώμα, που τον παραμόρφωσε απαίσια και τον έκανε να υποφέρει αφάνταστα πολύ, τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά, επειδή διώχτηκε από την κοινωνία, απομονώθηκε από συγγενείς, φίλους και γνωστούς, περιφρονήθηκε, εγκαταλείφθηκε και τελικά ξεχασμένος από όλους περνούσε την άθλια ζωή του πάνω σε ένα σωρό βρωμερής κοπριάς, ως βαθμίδα έσχατου εξευτελισμού, αυτός ο περίφημος άρχοντας και πρώτος των πρώτων στην κοινωνία, όπου μέχρι πριν από λίγο ζούσε τιμημένος όσο κανένας άλλος!
Ο Ιώβ βέβαια δεν ξέρει τί κρύβεται πίσω από αυτόν το τρομερό σύνολο δοκιμασιών, σωματικών και ψυχικών, που υφίσταται. Ο διάβολος κρύβεται, όπως συνήθως δοκιμάζοντας τη διαβολική χαρά καθώς παρακολουθούσε τη δοκιμασία του εξαίρετου εκείνου ανθρώπου και περιμένοντας ανυπόμονα πότε θα ξεστομίσει τις τρομερές βλαστήμιες εναντίον του Θεού, πράγμα, για το οποίο ήταν αυτή τη φορά βέβαιος, ενώ ο Θεός θα φαινόταν σαν να μην ενδιαφέρεται πια γι’ αυτόν. Αλλά αυτή η άγνοια του Ιώβ για το τι κρύβεται πίσω από τη δοκιμασία του αποτελεί και το μυστικό και τη δύναμη της περαιτέρω εξελίξεως του δράματος, το οποίο ζει ο Ιώβ, και των γεγονότων που ακολουθούν. Γιατί το μεν εξωτερικό περίγραμμα της δοκιμασίας του το είδαμε. Δεν θα μπορούσαμε όμως να ξέρουμε τι συνέβαινε στη ψυχή του Ιώβ και ποιες επιπτώσεις θα είχε για την περαιτέρω πνευματική πορεία του αυτή η απροσδόκητη πληγή, που τον χτύπησε και απ’ έξω και από μέσα, και γύρω του και στα βάθη της υπάρξεώς του.
Αυτό όμως, που αγνοεί ο Ιώβ, το γνωρίζει προκαταβολικά ο αναγνώστης και ενημερωμένος, όπως είναι, μπορεί να παρακολουθήσει με πολύ ενδιαφέρον την εξέλιξη του εσωτερικού δράματος του Ιώβ. Το δράμα δε αυτό κατά την ανέλιξη του, θα παρουσιάσει πλευρές συγκλονιστικές της εσωτερικής καταστάσεως του Ιώβ καθώς και τη διερεύνηση των αιτίων αυτής της δοκιμασίας, που θα μπορούσε να συνοψισθεί στο συγκλονιστικό ερώτημα: Γιατί να υποφέρει ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος από τόσο τρομερές και απερίγραπτα οδυνηρές δοκιμασίες;
Τον Ιώβ επισκέπτονται τρεις επιφανείς φίλοι του, που πληροφορήθηκαν τη δοκιμασία του. Όταν τον είδαν, έμειναν άφωνοι μπρος στο μέγεθος της, για την οποία πενθούν ειλικρινά και μένουν αμίλητοι επί εφτά ήμερες. Στη συνέχεια επιχειρούν να διαγνώσουν τα αίτια αυτής της μεγάλης συμφοράς, που βρήκε το φίλο τους και να του υποδείξουν έτσι τον τρόπο της σωτηρίας του από αυτήν.
Οι φίλοι του Ιώβ με την πεποίθηση, ότι αιτία κάθε συμφοράς μεγάλης είναι κάποια ή κάποιες μεγάλες αμαρτίες, που έχουν διαπραχτεί στο παρελθόν, άμεσο ή απώτερο, προσπαθούν να τον πείσουν να μετανοήσει, γιατί, πιστεύουν πώς αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον Ιώβ. Πρόκειται, λένε, για τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες που έχει διαπράξει. Μετανοώντας όμως για όλα θα σωθεί και θα ξαναβρεί την ευτυχία, που έχασε. Δεν καταφέρνουν όμως να πείσουν τον Ιώβ πως έχουν δίκαιο. Το ίδιο δεν καταφέρνει να πείσει τον Ιώβ και ένα τέταρτο πρόσωπο, που εμφανίζεται στη συζήτηση τους, ο Ελιούς, και συμφωνώντας με τους τρεις φίλους του Ιώβ κατακρίνει τον ίδιο για τη στάση του. Ποιά ήταν όμως η στάση του Ιώβ;
Ο Ιώβ αντιτάσσεται στην επιχειρηματολογία των φίλων του σταθερά και αμετακίνητα– υποστηρίζει τήν αθωότητα του, επικαλούμενος τη δικαιοσύνη του Θεού, που και οι φίλοι του ήδη είχαν αναφέρει, αυτοί μεν ως καταδικαστική για τον Ιώβ, ο ίδιος δε ως αθωωτική για τον ίδιο. Η έντονη όμως και μακρά συζήτηση δεν καταλήγει πουθενά, γιατί και οι δυό πλευρές εμμένουν στις απόψεις τους. Γι’ αυτό επεμβαίνει τελικά ο Θεός και δίνει τη λύση. Αποκαθιστά τον Ιώβ, τον καθιστά μεσίτη ανάμεσα στον ίδιο και τους φίλους του, για να τους συγχωρήσει, γιατί αδίκησαν τον Ιώβ, του χαρίζει ξανά την υγεία και τα πλούτη του καθώς και νέα οικογενειακή ευτυχία επί έτη πολλά γαλήνια, αδιατάρακτα και προ παντός ευτυχισμένα. Και ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, περιτριγυρισμένος ο Ιώβ από τα πλήθη των απογόνων του και ζώντας μέσα σε πλούτο ευλογιών της θείας δικαιοσύνης και αγάπης, τελειώνει ειρηνικά τη ζωή του.

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


        Σαμαρείτιδα Από την προηγούμενη Κυριακή ακολουθούμε τον Κύριο στις ανοιξιάτικες περιοδείες Του. Ο «λίμνας και πηγάς και θαλάσσας ποιήσας», το «ζων ύδωρ»,  προσκαλεί κοντά Του τα πλήθη, για να σβήσουν την προαιώνια δίψα τους. «Ταπεινούμενος δι’ ευσπλαχνίαν», περιφέρει εν σαρκί τη θεότητα, για να λυτρώσει και  να αγιάσει τους  πάσχοντες αδελφούς Του. Πολλές συναντήσεις Του με αμαρτωλούς, περιφρονημένους, παρακατιανούς, που μετανοούν και σώζονται,πληροφορούμαστε από τα Ευαγγέλια. Μα, σαν τη συνάντηση με τη Σαμαρείτιδα, θαρρώ πως δεν είναι άλλη. Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τα δρώμενα   που περιγράφει ο Ιωάννης και τα βαθιά νοήματα του Θείου Λόγου.
Στο πηγάδι του Ιακώβ
          Το κεντρικό μέρος της Αγίας Γης, ανάμεσα, δηλαδή, στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, καταλαμβάνει η Σαμάρεια. Μια περιοχή με περιπετειώδη ιστορία και την ομώνυμη πόλη, τη μεγαλύτερή της, γνωστή ως Σεβάστεια στα χρόνια του Χριστού. Με διώξεις, εκτοπίσεις, αιχμαλωσίες των κατοίκων της. Με μετοικήσεις και ανάμιξη λαών, θρησκευτικών παραδόσεων, πολιτιστικών στοιχείων, ηθών και συνηθειών. Έτσι εξηγούνται η περιφρόνηση και η  απομόνωση των Σαμαρειτών από  τους Ιουδαίους, καθώς οι τελευταίοι τους θεωρούσαν αιρετικούς και ειδωλολάτρες. Στην αρχή, ακόμα, της δημόσιας δράσης Του, ο Κύριος αφήνει την Ιουδαία. Πορευόμενος προς τη Γαλιλαία, «έδει διέρχεσθαι δια της Σαμαρείας». Και, βεβαίως, ακολουθεί το δρόμο αυτό. Περπατώντας για αρκετές ώρες ο Ιησούς στο χωματόδρομο προς τα βόρεια, μέσα στον καυτό ήλιο της Ανατολής, φτάνει με τους μαθητές Του, κουρασμένος, κατά το μεσημέρι,  στον σκιερό τόπο με το πηγάδι που είχε δώσει στο γιο του ο Ιακώβ. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ως παντογνώστης, ήξερε πως την ώρα εκείνη θα ερχόταν το «πνευματικό θήραμα» να αντλήσει νερό. Καθώς, μάλιστα, οι μαθητές θα πήγαιναν στην κοντινή πόλη Συχάρ να αγοράσουν τρόφιμα, η φτωχή, περιφρονημένη κι αξιολύπητη γυναίκα δε θα έφευγε αμέσως μακριά, ξαναγυρίζοντας στην άστατη ζωή της.           «Δός  μοι πιείν». Η πείνα, η δίψα, ο πόνος, η χαρά κι όλα τα άλλα «αδιάβλητα πάθη» του Κυρίου ήταν πραγματικά, ως ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης Του. Όμως, ζητώντας νερό από μια γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτισσα, περιφρονημένη κι αμαρτωλή, της δίνει την ευκαιρία να αποδεσμευτεί από το «ακοινώνητον» του εαυτού της και των συνανθρώπων της. Να σπάσει τα δεσμά παθών, κοινωνικών αντιλήψεων και προκαταλήψεων και να οδηγηθεί στην ανάνηψη και τη λύτρωσή της. Καθώς ο συναρπαστικός διάλογος, με τη σοφή παιδαγωγία του Διδασκάλου προχωρεί, από τον ψυχικό κόσμο της γυναίκας αναδύονται, όχι μόνο αρετές που κανείς δεν υποψιαζότανε-όπως, ειλικρίνεια, ταπεινοφροσύνη, σεβασμός σε θρησκευτικές παραδόσεις και προσωπικότητες, γνώση θρησκευτικών ζητημάτων- αλλά και βαθύτερες, πνευματικές αναζητήσεις. «Η πηγή της ζωαρχίας, Ιησούς ο Σωτήρ ημών…ο σοφός δημιουργός μετοχετεύει αυτήν, ταις γλυκείαις προσρήσεσι, μάλλον προς αίτησιν του αιδίου ύδατος», κατά τον υμνογράφο (Δοξαστικό της Κυριακής).
Αποκαλύψεις
Ο Χριστός  βοηθάει αυτή την ξεπεσμένη γυναίκα να αποκτήσει τη χαμένη αυτοπεποίθησή της. Να ανακαλύψει τη φθαρμένη εικόνα Του στα βάθη της υπάρξεώς της. Καθώς της αποκαλύπτει το παρελθόν της, αυτή τον θεωρεί  προφήτη. Ποιος, αλήθεια, θα περίμενε από μια τέτοια γυναίκα να ενδιαφέρεται και για θέματα δογματικά; Κι όμως, με την άδολη συμπεριφορά της, «αναγκάζει» τον Κύριο να της μιλήσει για τη σωστή λατρεία του Θεού: «εν πνεύματι και αληθεία». Εκείνη, δηλαδή, με την ποία, πέρα και πάνω από ναούς, θυσίες, νηστείες, τελετές, Αυτός αναπαύεται στα βάθη της υπάρξεώς μας, καθώς καλούμαστε να γίνομε «ναός» του Αγίου Πνεύματος, μετέχοντας στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην αιώνια δόξα και ζωή. Στο αποκορύφωμα αυτού του εκπληκτικού διαλόγου, ο Κύριος αυτοαποκαλύπτεται ευθέως ως ο αναμενόμενος Μεσσίας: «εγώ ειμι ο λαλών σοι»! Για να γίνει, αμέσως, η Σαμαρείτιδα, «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Αφού η διψασμένη καρδιά της δροσίστηκε από την αγάπη του Σωτήρα κι ο νους της φωτίστηκε από την προσωπική γνωριμία της με Κείνον, που είναι η Αλήθεια και η Ζωή, η ζωή της άλλαξε ριζικά. Έγινε Ιεραπόστολος και  Μάρτυρας του Χριστού!
Καινούργια ζωή
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δίνει τη συνέχεια των γεγονότων: οι  μαθητές  επιστρέφουν από την πόλη και συζητούν με τον Κύριο για το έργο Του, ενώ οι Σαμαρείτες, μόλις πληροφορήθηκαν από τη συντοπίτισσά τους τα γεγονότα, ήρθαν να τον ακούσουν. Τον  φιλοξένησαν για δυο μέρες, πίστεψαν κι άλλαξαν τρόπο ζωής. Αμέτρητα μηνύματα μπορεί να πάρει κανείς από τη διήγηση του σημερινού Ευαγγελίου, ιδιαιτέρως επίκαιρα στην εποχή μας, με τις πολυποίκιλες ρατσιστικές ιδέες, στάσεις, συμπεριφορές.  Βλέπομε τον Ιησού, στα μάτια των έκπληκτων μαθητών, που κουβαλούν τις στενές ιουδαϊκές αντιλήψεις για το Θεό, τις γυναίκες, τις κοινωνικές τάξεις, να ανοίγει έναν εντελώς νέο, άγνωστο κόσμο, με καινούργιες ανθρώπινες σχέσεις. Μια καινούργια ζωή. Καθώς ακούμε την ωραία ευαγγελική περικοπή, η σκέψη μας περιτριγυρίζει σ’ εκείνο το αγιασμένο τοπίο, με το ιστορικό πηγάδι του Πατριάρχου Ιακώβ, που, από το δροσερό νερό του αμέτρητες γενιές ξεδίψασαν, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι την εποχή μας. Στη μνήμη μας έρχεται και ο άγιος Φιλούμενος, που δολοφονήθηκε άγρια  μέσα στο ναό και ο Κύριος χαρίτωσε το σκήνωμά του! Μπορούμε να πούμε ότι η Σαμαρείτιδα και οι συντοπίτες της συμβολίζουν τη σύγχρονη ανθρωπότητα, που παραπαίει μέσα σε αναρίθμητες πλάνες, στην ειδωλολατρία, τη διαφθορά, το δαιμονισμό. Βλέπουμε, όμως, πώς η αγάπη του Κυρίου ανασταίνει από τον άδη της αμαρτίας και οδηγεί στην αγιότητα αμέτρητες σκοτεινιασμένες ψυχές. Κι εμείς, ας μιμηθούμε τον ευλογημένο δρόμο της Αγίας Φωτεινής, που, πολύ ωραία συνοψίζει το Κοντάκιο της Κυριακής: «Πίστει ελθούσα εν τω φρέατι, η Σαμαρείτις εθεάσατο το της σοφίας ύδωρ σε, ω ποτισθείσα δαψιλώς βασιλείαν την άνωθεν εκληρώσατο, αιωνίως η αοίδιμος».

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/05/2018-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Δ'-ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ



Kyriaki Tis Samareitidos
Πρωτότυπο κείμενο
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.
Νεοελληνική Απόδοση
Έκεινο τον καιρό έρχεται ο Ιησούς μια πόλη της Σαμαρείας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι• ήταν γύρω στο μεσημέρι. Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη να αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμαρεία να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «δώσ΄ μου να πιω». Η γυναίκα του απάντησε: «εσύ είσαι Ιουδαίος και εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς ζητάς να σου δώσω νερό να πιείς; Οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες». Ο Ιησούς της απάντησε: «αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιός είναι αυτός που σου λέει «δώσ΄ μου να πιώ», τότε εσύ θα του ζητούσες τη δωρεά του Θεού, και εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού, λοιπόν, το έχεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ, ήπιε από αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από αυτόν; Ο Ιησούς της απάντησε: «όποιος πίνει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι, όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας. Του λεει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ΄ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, και ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου και έλα εδώ». Δεν έχω άντρα, απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λεει: «σωστά είπες, δεν έχω άντρα, γιατί πέντε άντρες πήρες και αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρα σου, αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λεει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης, οι προπάτορές μας λάτρεψαν τον Θεό σε αυτό το βουνό, εσείς όμως λετε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος, όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει. Πίστεψέ με, γυναίκα, της λεει τότε ο Ιησούς, είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σε αυτό το βουνό, ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε, εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήλθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρέψουν τον Πατέρα με τη δύναμη του πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια, γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Και αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια. Του λεει η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός, όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». Εγώ είμαι, της λεει ο Ιησούς, εγώ που σου μιλάω αυτή τη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι μαθητές και απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν είπε, τι συζητάς; Ή γιατί μιλάς μαζί της; Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη και άρχισε να λεει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε εάν ο άνθρωπος που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου, μήπως είναι αυτός ο Μεσσίας; Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη και έρχονταν σε αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλούσαν κι έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε, κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φαω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Κι οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του έφερε κανείς να φαει;». Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λετε τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός. Εγώ σας λεω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος σπέρνει, κι άλλος θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι΄ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε, άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ΄ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους, κι έμεινε εκεί δύο ημέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότεροι ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

O AΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/05/2018-ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΑ'



Της Σαμαρείτιδος
Πρωτότυπο Κείμενο
Οι μέν ούν διασπαρέντες από της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω διήλθον έως Φοινίκης και Κύπρου και Αντιοχείας, μηδενί λαλούντες τον λόγον ει μη μόνον Ιουδαίοις. Ήσαν δε τινες εξ αυτών άνδρες  Κύπριοι και Κυρηναίοι, οίτινες εισελθόντες εις Αντιόχειαν ελάλουν προς τους Ελληνιστάς, ευαγγελιζόμενοι τον Κύριον Ιησούν. Και ην χειρ Κυρίου μετ’ αυτών, πολύς τε αριθμός πιστεύσας επέστρεψεν επί τον Κύριον. Ηκούσθη δε ο λόγος εις τα ώτα της εκκλησίας της εν Ιεροσολύμοις περί αυτών, και εξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθείν έως Αντιοχείας∙ ος παραγενόμενος  και ιδών την χάριν του Θεού εχάρη, και παρεκάλει πάντας τη προθέσει της καρδίας προσμένειν τω Κυρίω, ότι ην ανήρ αγαθός και πλήρης Πνεύματος Αγίου και πίστεως∙ και προσετέθη όχλος ικανός τω Κυρίω. Εξήλθε δε εις Ταρσόν ο Βαρνάβας αναζητήσαι Σαύλον, και ευρών αυτόν ήγαγεν αυτόν εις Αντιόχειαν. Εγένετο δε αυτούς ενιαυτόν όλον συναχθήναι εν τη εκκλησία και διδάξαι όχλον ικανόν, χρηματίσαι τε πρώτον εν Αντιοχεία τους μαθητάς Χριστιανούς. Εν ταύταις δε ταις ημέραις κατήλθον από Ιεροσολύμων προφήται εις Αντιόχειαν∙ αναστάς δε εις εξ αυτών ονόματι Άγαβος εσήμανε διά του Πνεύματος λιμόν μέγαν μέλλειν έσεσθαι εφ’ όλην την οικουμένην∙ όστις και εγένετο επί Κλαυδίου Καίσαρος. Των δε μαθητών καθώς ηυπορείτο τις, ώρισαν έκαστος αυτών εις διακονίαν πέμψαι τοις κατοικούσιν εν τη Ιουδαία αδελφοίς∙ ο και εποίησαν αποστείλαντες προς τους πρεσβυτέρους δια χειρός Βαρνάβα και Σαύλου.
Νεοελληνική Απόδοση
Οι χριστιανοί που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους. Ανάμεσά τους ήταν και μερικοί Κύπριοι και Κυρηναίοι, που είχαν έρθει στην Αντιόχεια και κήρυτταν στους ελληνόφωνους Ιουδαίους το χαρμόσυνο μήνυμα, ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος. Η δύναμη του Κυρίου ήταν μαζί τους, και πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους. Οι ειδήσεις γι’ αυτά έφτασαν και στην εκκλησία των Ιεροσολύμων∙ έτσι έστειλαν το Βαρνάβα να πάει στην Αντιόχεια. Αυτός, όταν έφτασε εκεί και είδε το έργο της χάριτος του Θεού, χάρηκε και τους συμβούλευε όλους να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο με όλη τους την καρδιά. Ο Βαρνάβας ήταν άνθρωπος αγαθός και γεμάτος Άγιο Πνεύμα και πίστη. Έτσι, πολύς κόσμος προστέθηκε στους πιστούς του Κυρίου. Ύστερα ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για να αναζητήσει το Σαύλο. Όταν τον βρήκε τον έφερε στην Αντιόχεια. Εκεί συμμετείχαν στις συνάξεις της εκκλησίας για έναν ολόκληρο χρόνο και δίδαξαν πολύ κόσμο. Επίσης στην Αντιόχεια για πρώτη φορά ονομάστηκαν οι μαθητές του Ιησού «Χριστιανοί». Εκείνες τις μέρες κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα προφήτες Στην Αντιόχεια. Ένας απ’ αυτούς, που τον έλεγαν Άγαβο, προανάγγειλε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ότι θα πέσει σ’ όλη την οικουμένη μεγάλη πείνα, πράγμα που έγινε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κλαύδιος. Οι χριστιανοί στην Αντιόχεια αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια στους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Αυτό κι έκαναν: έστειλαν τη βοήθειά τους με το Βαρνάβα και το Σαύλο στους πρεσβυτέρους των Ιεροσολύμων.

ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

 Ποτέ μήν ξεχνάτε την πιό σημαντική προσευχή για την αγάπη. 
Να προσεύχεστε έτσι ώστε να μπει ο Θεός στην καρδιά σας. 
Παραδείγματος χάριν, έτσι: ''Κύριε, δώσε μου την αγία αγάπη, δίδαξέ με να αγαπώ όλους τους ανθρώπους, και τους κοντινούς και τους μακρινούς, και τους πιστούς και τους ασεβείς, όπως Εσύ Κύριε, αγαπάς όλους μας, αμαρτωλούς και μετανοημένους''. Αμήν.
Άγιος Λουκάς Κριμαίας