Κάποτε ένας άνθρωπος προσευχήθηκε στον Θεό και Του είπε:

«Κύριε, δείξε μου τον δρόμο που πρέπει να πάρω. Άνοιξέ μου έναν δρόμο, γιατί δεν ξέρω πια πού να πάω».

Το επόμενο πρωί, βγήκε από το σπίτι του και βρήκε μπροστά του έναν δρόμο κλειστό. Ένα μεγάλο πεσμένο δέντρο εμπόδιζε το πέρασμα. Θύμωσε.

«Θεέ μου, αφού σου ζήτησα δρόμο, γιατί μου έβαλες αυτό το εμπόδιο;»

Και όμως, αντί να γυρίσει πίσω, αποφάσισε να προσπαθήσει. Κάθε μέρα πήγαινε εκεί και καθάριζε λίγο τον δρόμο.

Έκοβε κλαδιά, απομάκρυνε πέτρες, πάλευε με ό,τι μπορούσε. Πέρασαν μέρες και το δέντρο δεν έφευγε. Κάποια στιγμή λύγισε και είπε:

«Κύριε, κουράστηκα. Προσπαθώ τόσο καιρό και ο δρόμος μου παραμένει κλειστός».

Και τότε ένιωσε μέσα του μια ήσυχη φωνή:

«Παιδί μου, δεν σου ζήτησα να ανοίξεις ολόκληρο τον δρόμο. Σου ζήτησα να κάνεις το επόμενο βήμα. Εσύ κοιτούσες το εμπόδιο.

Εγώ κοιτούσα τον δρόμο που θα ανοιγόταν πίσω του. Μην ρωτάς πάντα γιατί υπάρχει το εμπόδιο. Ρώτα τι θέλει να σου μάθει ο Θεός μέσα από αυτό.

Γιατί πολλές φορές δεν αλλάζει αμέσως τον δρόμο σου. Αλλάζει πρώτα εσένα, ώστε όταν ανοίξει ο δρόμος, να είσαι έτοιμος να τον περπατήσεις».

Και ο άνθρωπος κατάλαβε πως η καθυστέρηση δεν ήταν εγκατάλειψη.

Ήταν προετοιμασία. Και από εκείνη την ημέρα, όταν συναντούσε ένα εμπόδιο, δεν έλεγε πια: «Θεέ μου, γιατί μου το έστειλες;».

Έλεγε: «Θεέ μου, δείξε μου ποιο είναι το επόμενο βήμα».