Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/06/21-ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Θ' 1-38

 

Πρωτότυπο Κείμενο

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνο τον καιρό, καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;»  Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που με έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για  τον κόσμο» Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, πήγε και νίφτηκε και όταν γύρισε πίσω έβλεπε. Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος έλεγε: «Εγώ είμαι». Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς λοιπόν άνοίξαν τα μάτια σου;» Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου». Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Που είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω» τους απάντησε. Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. Η μέρα που έφτιαξε  ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. Άρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους. Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; Πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός∙ πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο∙ ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο».  Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν  είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω∙ ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» «Σας το είπα κιόλας» τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε∙ γιατί  θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε και εσείς να γίνετε μαθητές του;» Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου∙ εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευση του». Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο πως εσείς δεν ξέρετε από που είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τους αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος σέβεται και κάνει το θέλημα του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις τον δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06/06/21-ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΙΣΤ' 16-34

 

Αρχιμ. Αυγουστίνου Κκαρά

Πρωτότυπο Κείμενο

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν͵ ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν͵ οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας͵ καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες͵ καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. Καὶ οἱ στρατηγοὶ περιῤῥήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν͵ πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν͵ παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεό· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου͵ ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς͵ σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν͵ νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε͵ καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι͵ τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν͵ καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν͵ καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα͵ ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιᾶτο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Νεοελληνική Απόδοση

Εκείνες τις ημέρες, καθώς πηγαίναμε στον τόπο της προσευχής, συνέβη να συναντήσουμε μια δούλη, που είχε μαντικό πνεύμα και με τις μαντείες της απέφερε πολλά κέρδη στους κυρίους της. Αυτή ακολουθούσε τον Παύλο και τον Σίλα και φώναζε : «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του ύψιστου Θεού, που μας κηρύττουν την οδό της σωτηρίας!» Αυτό το έκανε πολλές μέρες. Ο Παύλος αγανάκτησε· γύρισε πίσω και είπε στο πνεύμα: «Σε διατάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού, να βγεις απ’ αυτήν». Την ίδια στιγμή βγήκε το πνεύμα. Όταν είδαν τ’ αφεντικά της ότι μαζί με το πνεύμα χάθηκε κι η ελπίδα του κέρδους που είχαν από την εργασία της, έπιασαν τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στην αγορά για να τους παρουσιάσουν στις αρχές. Τους οδήγησαν μπροστά στους ανώτατους άρχοντες της πόλης και είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι Ιουδαίοι και προκαλούν ταραχές στην πόλη. Θέλουν να εισαγάγουν έθιμα που δεν επιτρέπεται σ’ εμάς, που είμαστε Ρωμαίοι, να τα δεχτούμε ή να τα τηρήσουμε». Τότε ο λαός ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Οι άρχοντες τους έσκισαν τα ρούχα και έδωσαν διαταγή να τους ραβδίσουν. Τους έδωσαν πολλά χτυπήματα και μετά τους έβαλαν στη φυλακή κι έδωσαν εντολή στον δεσμοφύλακα να τους φυλάει ασφαλισμένους καλά. Αυτός, εφόσον πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο πιο εσωτερικό κελί και για λόγους ασφάλειας έσφιξε τα πόδια τους στην ξυλοπέδη. Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και έψελναν ύμνους στον Θεό· και τους άκουγαν οι φυλακισμένοι. Ξαφνικά έγινε ένας σεισμός τόσο δυνατός, που σαλεύτηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Αμέσως άνοιξαν όλες οι πόρτες και τα δεσμά των φυλακισμένων λύθηκαν. Ο δεσμοφύλακας ξύπνησε· κι όταν είδε τις πόρτες της φυλακής ανοιχτές, έβγαλε το σπαθί του κι ήθελε να σκοτωθεί, νομίζοντας ότι οι φυλακισμένοι είχαν δραπετεύσει. Τότε ο Παύλος του φώναξε: «Mην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου! Είμαστε όλοι εδώ». Ο δεσμοφύλακας ζήτησε να του φέρουν φώτα, πήδηξε μέσα στο κελί, και τρομαγμένος έπεσε στα πόδια του Παύλου και του Σίλα. Ύστερα τους έβγαλε έξω και τους ρώτησε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;» Αυτοί του είπαν: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς κι εσύ και το σπίτι σου». Και κήρυξαν σ’ αυτόν και σ’ όσους ήταν στο σπίτι του τον λόγο του Κυρίου. Ο δεσμοφύλακας τους πήρε την ίδια εκείνη ώρα μέσα στη νύχτα κι έπλυνε τις πληγές τους· ύστερα βαφτίστηκε αμέσως ο ίδιος κι όλη η οικογένειά του. Κατόπιν τους ανέβασε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι. Ήταν πανευτυχής που κι αυτός και όλη η οικογένειά του είχαν βρει την πίστη στον Θεό.

ΠΩΣ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ,ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;(Π.ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ)

 Τι συμβούλευε τον κόσμο ο Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης | Σημεία Καιρών

Ερώτησι: Έχετε δει τον Θεό;

Πατήρ Ευμένιος [Σαριδάκης]: Τον Θεό; Δηλαδή πρέπει να δούμε τον Θεό;

Αφού αισθανόμαστε ότι είμαστε του Θεού, τι μεγαλύτερο πράγμα θέλουμε.

Αυτό δεν είναι απαραίτητο.

Απαραίτητο είναι να αγαπούμε τον Θεό.

Όταν δεν αγαπούμε τον Θεό, και όλα να τα βλέπουμε, τίποτε δεν έχουμε.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι να αγαπούμε τον Θεό.

Αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Βλέπουμε ό,τι επιτρέπει ο Θεός να δούμε.

Αλλά να αγαπούμε τον Θεό, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο από αυτό. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες», δεν είπε ο Κύριος στον Απόστολο Θωμά;

Πρέπει να δούμε; Αφού είναι η Χάρι μέσα μας, τι άλλο πρέπει να δούμε μεγαλύτερο;

Όταν είμαστε στο θείο, είναι ολόκληρη η Χάρι του Θεού μέσα μας.

Και αισθανόμαστε σαν να κατοική ολόκληρος η θεότης μέσα μας.

Τι άλλο μεγαλύτερο πρέπει να δούμε, δηλαδή;

Ερώτησι: Πώς αισθάνεται ο άνθρωπος, που έχει την Χάρι του Θεού;

Π. Ευμένιος: Αισθάνεται ότι είναι ένα με τον Θεό.

Θεώνεται ο άνθρωπος και γίνεται κατά Χάριν Θεός.

Αγιάζεται ο άνθρωπος και γίνεται ένα με τον Θεό.

Δηλαδή, η Θεότης ενώνεται με την ανθρωπότητα.

Τόσο μεγάλη χάρι κάνει ο Θεός στον άνθρωπο.

Τόσο πολύτιμο τον θεωρεί, ώστε τίποτε άλλο δεν ετίμησε ο Θεός, όσο τον άνθρωπο.

Είναι δηλαδή σαν να γίνεται ο άνθρωπος ένα με τον Θεό.

Είναι Μυστήριο που ούτε λέγεται, ούτε ερμηνεύεται.

Είναι ολόκληρη η Θεότης μέσα στον άνθρωπο.

Δεν ζει τότε ο άνθρωπος, τότε ζει μέσα μας ο Θεός.

Και αισθανόμαστε ότι είμαστε ένα με τον Θεό.

Ότι η Θεότητα έχει ενωθεί μ’ εμάς.

Ότι μας έχει θεώσει ο Θεός.

Και αισθανόμαστε ότι ο Θεός έχει γίνει ένα μ’ εμάς.

Αλλά αυτό δεν ερμηνεύεται, διότι δεν υπάρχουν λόγια να ερμηνευτή, μόνο να το ζήση μπορεί ο άνθρωπος, όταν ο Θεός βοηθήση τον άνθρωπο να το ζήση.

Ερώτησι: Και πώς θα αξιωθούμε να ζήσουμε τέτοια πράγματα;

Π. Ευμένιος: Άμα κάνουμε καλό, καλό θα βρούμε.

ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΡΑ;ΧΑΡΑ!

 

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Τι σημαίνει ζωή;

Ζωή είναι τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Είναι πρώτα πρώτα, το Ιερό Βάπτισμα, ακολουθεί το Χρίσμα, η Θεία Κοινωνία, η Μετάνοια, η αληθινή Μετάνοια.

Κατόπιν, η Εξομολόγησις, η αληθινή Εξομολόγησις , Η αληθινή εξαγόρευσις των αμαρτημάτων που έχουμε μέσα μας.

Η αναγνώρισις ότι εγώ φταίω, μόνον εγώ φταίω.

Από τότε που γεννήθηκα μέχρι σήμερα που έχω συμπληρώσει τα 88 μου χρόνια, εγώ μόνο φταίω, για όλα!

Ως παιδί, απέναντι στους γονείς, στους συμμαθητάς, στο στρατό, στο επάγγελμα, στο πανεπιστήμιο. Που θέλετε;

Εγώ φταίω, για όσα έχουν γίνει.
Στην έγγαμη ζωή; Εγώ φταίω!
Στα παιδιά μου; Εγώ φταίω!
Στα εγγόνια μου; Εγώ φταίω!
Σε εσάς; Εγώ φταίω!

Πρέπει να το βάλουμε βαθιά μέσ’ τη ψυχή μας και μέσ’ την καρδιά μας αυτό! Ότι εγώ φταίω. Δηλαδή κι εσύ κι εσύ.

Και επειδή κι εσύ κι εσύ κι εσύ… και όλοι μας, έχουμε πάρει Θεία Κοινωνία είμαστε αλλήλων μέλη. Είσαι το χέρι μου, είσαι το μάτι μου, είσαι το πόδι μου, είσαι το αυτί μου, είσαι η γλώσσα μου, είσαι ο λαιμός μου. Είσαι μέλος μου!

Το καταλαβαίνετε τι θα πει αυτό, είσαι μέλος μου;
Θέλω εγώ το χέρι μου να πονάει;

Γιατί κάνω τη γυναίκα μου να πονάει ή τον άντρα μου, ή το παιδί μου ή τον διπλανό μου;

Παίρνει κανένας κανένα ξύλο να αρχίσει να χτυπάει τα πόδια του, ή το πρόσωπό του ή την κεφαλή του γιατί έφταιξε σε κάτι; Όχι. Δεν το κάνει αυτό.

Λέει «φταίει εκείνος που με έφερε σε αυτή τη κατάσταση».

Πρέπει λοιπόν να διαθέτουμε μέσα στην ψυχή μας, πλήθος… τι να σας πω;

Ένα άπλωμα αγάπης που να αγκαλιάζει όλο τον κόσμο και αυτό έρχεται σαν αίσθησις. Είναι μια δωρεά του Θεού!

Και δε κάνει να το πω, ότι ανεξαρτήτου ηλικίας βλέπουμε πρόσωπα να λάμπουν την ώρα που κοινωνούν. Ο γέρος να γίνεται νέος για μια στιγμή, διότι αυτά τα κάνει ο Θεός, δε τα κάνουν οι άνθρωποι.

Ο Θεός μεταβάλει τους πάντες και τα πάντα και κάνει την ψυχή σου άγγελο και την μορφή σου άγγελο ακόμα Ουράνιο άγγελο.

Εύχομαι σε όλους σας να βλέπουμε μέσα από την προσευχή μας, μέσα από τη μελέτη του Αγίου Ευαγγελίου, μέσα από την Θεία Κοινωνία, να βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής μας τους χορούς των Προφητών, τους Θρόνους των Αποστόλων.

Να απολαμβάνουμε τη χαρά των Μαρτύρων, μεγάλων και μικρών και Νεομαρτύρων και Παιδομαρτύρων, την γαλήνη, την ομορφιά που έχουνε μέσα στην ψυχή τους.

Και να συμμετέχουμε από τώρα, από σήμερα, από αυτή τη στιγμή, στο ατελείωτο, στο ανείπωτο, στο απερίγραπτο πανηγύρι της Βασιλείας του Θεού!

Να χαιρόμαστε. Να χαιρόμαστε!

Να έχουμε μέσα μας χαρά, χαρά, χαρά!

Ξέρετε τι θα πει χαρά;

ΧΑΡΑ!

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΥΡΟΥ

 

Τη μνήμη του Αγίου Δωροθέου του Επισκόπου Τύρου τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Δωρόθεος ήταν ποιμένας που είχε «τήν μόρφωσιν τής γνώσεως καί τής αληθείας εν τώ νόμω» (προς Ρωμαίους, β’ 20). Δηλαδή, την ακριβή γνώση και αλήθεια, που βρίσκεται μέσα στο Νόμο, στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
 Όταν ξέσπασε ο φονικός διωγμός κατά της Εκκλησίας στα χρόνια του Διοκλητιανου, το ποίμνιό του, προκειμένου να χάσει τον πολύτιμο ποιμένα του, με θερμές παρακλήσεις κατάφερε και τον έπεισε να απομακρυνθεί από τον τόπο των διωγμών. Αποχώρησε στη Δυσσό, πόλη της Θράκης, και εκεί ασκήτευε μέχρι να περάσει ο άγριος αυτός διωγμός.
Όταν πέρασε η μπόρα του διωγμού, επανήλθε στο ποίμνιό του και με όλη την πατρική στοργή που τον διέκρινε, στήριζε στην πίστη τους αδυνάτους και πρωτοστατούσε στη βοήθεια των χηρών, ορφανών, ασθενών, και γενικά, των θλιβομένων.
Έζησε πολλά χρόνια. Πρόλαβε μέχρι και τη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη. Οι ειδωλολάτρες, όμως, που ήταν προστατευόμενοι αυτού του αυτοκράτορα, έπιασαν το Δωρόθεο και αφού τον βασάνισαν ανελέητα τον σκότωσαν το 362 μ.Χ. Έτσι κέρδισε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τότε ο Δωρόθεος ήταν 107 χρονών.
Σήμερα σώζεται εκκλησιαστικό σύγγραμμά του, για τους 70 μαθητές του Ιησού Χριστού.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως δώρημα τέλειον, εκ τού τών φώτων Πατρός, σοφίας τήν έλλαμψιν, ως Ιεράρχης σοφός, εδέξω Δωρόθεε, όθεν καί πλεονάσας, τόν σόν τάλαντον μάκαρ, ήθλησας υπέρ φύσιν, βαθυτάτω εν γήρα, πρεσβεύων Ιερομάρτυς, υπέρ τών ψυχών ημών.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

 Δεν το 'βαλαν κάτω | Πεμπτουσία

Οι άγιοι είναι απαραίτητοι στη ζωή μας. Γι’ αυτό να μελετάμε τους βίους των αγίων, καλά και συχνά. 

Να αγαπάμε τους αγίους. Να τους τιμάμε. Να τους μιμούμαστε. Να ζητάμε τη βοήθεια και τις πρεσβείες τους. Να πιάσουμε φιλία μαζί τους. 

Να μας συνδράμουν, να μας βοηθήσουν στην ανημποριά μας, στις δυσκολίες μας. Να μη μας αφήσουν να απογοητευτούμε, να απελπιστούμε από τις αδυναμίες μας. 

Είχαν κι εκείνοι πολλές δυσκολίες. Δεν αποθαρρύνθηκαν. Δεν το ‘βαλαν κάτω ποτέ.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης

H ZΩΗ ΜΑΣ ΛΙΓΟΣΤΕΥΕΙ ΟΠΩΣ ΛΙΩΝΕΙ ΕΝΑ ΚΕΡΙ

 

Στον Άγιο Σεραφείμ άρεσε να παρομοιάζει την ανθρώπινη ζωή με ένα κερί. Ένα πλήθος από κεριά έκαιγαν μέσα στο κελί του μπροστά στις εικόνες.

Όσο περισσότεροι έρχονταν- και οι επισκέπτες όλο και αυξάνονταν χρόνο με τον χρόνο-τόσο περισσότερα κεριά του έφερναν. Η ζωή μας έλεγε ο Στάρετς, μπορεί να συγκριθεί με μια λαμπάδα καμωμένη από κερί με φιτίλι, που καίει με μια φλόγα που εμείς ανάψαμε.

Το κερί είναι η πίστη μας, το φιτίλι η ελπίδα μας, και η φλόγα η αγάπη που ενώνει την πίστη μαζί με την αγάπη, όπως το κερί και το φιτίλι καίνε μαζί με αποτέλεσμα τη φωτιά. Ένα κερί κακής ποιότητας βγάζει όταν το ανάβεις και όταν το σβήνεις μια άσχημη μυρωδιά. Όμοια είναι και η ζωή ενός αμαρτωλού.

Κοιτώντας ένα κερί-κυρίως μέσα στην εκκλησία- σκεπτόμαστε πάντα την αρχή, το ξετύλιγμα της ζωής μας και το τέλος της: όπως λειώνει ένα αναμμένο μπροστά στο πρόσωπο του Θεού, έτσι και κάθε στιγμή, λιγοστεύει η ζωή μας πλησιάζοντας προς το τέρμα της.

Αυτή η σκέψη θα μας βοηθήσει να μη διασπώμεθα στην εκκλησία, να προσευχόμαστε με περισσότερη θέρμη και να κάνουμε το παν για να μοιάσει η ζωή μας με μια λαμπάδα από αγνό κερί, που καίγεται και σβήνει χωρίς άσχημη μυρωδιά.

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΟΥΜΕΝΩΝ

Η αδικία γι’ αυτόν που τον αφορά είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα μαρτύριο. Θέλει να εξηγήσει, να πείσει, να διαμαρτυρηθεί. Αλλά πώς θα το κάνει χωρίς εσωτερική ή και εξωτερική αναστάτωση, όταν, μάλιστα, δεν υπάρχει κατανόηση στον περίγυρο; Σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί ο άνθρωπός να φτάσει σε ακραία συμπεριφορά, είτε προς τους αδικούντας τον είτε προς τον εαυτό του, ενεργώντας ακραία, άτσαλα και σπασμωδικά.

Είναι βοηθητικό να κατανοήσουμε πως τίποτα στη ζωή μας δεν είναι τυχαίο, ούτε θετικό ούτε αρνητικό. Όλα συμβάλλουν, σε κάποια στιγμή, στην πνευματική μας ωριμότητα. Αυτή η αποδοχή θα μας βοηθήσει να δούμε τη δοκιμασία της αδικίας ως μέσο και τρόπο που στο τέλος της ημέρας θα μας σπρώξει να πάμε παραπέρα, όχι απαραίτητα με επιτυχία στο επάγγελμα ή στο κύρος μας έναντι των ανθρώπων, αλλά στην εσωτερική πνευματική μας ανάπτυξη θεωρώντας τον εαυτό μας και τη ζωή μας «εν ετέρα μορφή».

Αναφέρεται στα περιστατικά που βίωσαν οι άνθρωποι μετά την κοίμηση του αγίου Νεκταρίου, ότι μια μοναχή της Μονής της Αγίας Τριάδος, που ίδρυσε  ο άγιος, διερωτάτο πώς αγίασε, κάνοντας τόσα θαύματα, αφού δεν ήταν μεγάλος ασκητής, όπως αυτούς που διαβάζουμε στα Συναξάρια. Ο άγιος, τότε, ήλθε στον ύπνο της και της είπε:

  • Πράγματι, δεν ήμουν μεγάλος ασκητής. Δέχτηκα, όμως, τη συκοφαντία.

Βέβαια, κανένα σταυρό κανενός ανθρώπου δεν μπορούμε να έχουμε απαίτηση απ’ αυτόν να τον σηκώσει, όταν μάλιστα ο Χριστός μας λέει: «Όστις θέλει…».

Για να σηκώσει κανείς το σταυρό της αδικίας, χωρίς διαμαρτυρία και αντίδραση, χρειάζεται να δει πίσω από τα φαινόμενα την ουσία. Χρειάζεται, δηλαδή, να διακρίνει την αγάπη του Θεού που θέλει να τον ανεβάσει στην αγιότητα, καθώς έκαμε και κάμνει με τους εκλεκτούς Του. Μιαν αγιότητα που πηγάζει από τον Ένα και απόλυτο Άγιο, τον Ιησού Χριστό, που δεν πέρασε τη ζωή Του χωρίς αδικία, χωρίς συκοφαντία, χωρίς σταυρό.

Τότε, μπορεί ο αδικούμενος να σιωπήσει, αφήνοντας το Θεό να μιλήσει στην ώρα που Εκείνος νομίζει. Αλλά, με την πιο πάνω θεώρηση, και να θέλει να εξηγήσει για την γενόμενη αδικία, θα το κάνει απλά, χωρίς ένταση και αντιπάθεια, που σκοτώνει την ειρήνη της καρδιάς και σβήνει το Φως του Χριστού.

Στις δύσκολες ώρες της αδικίας, η προσευχή, η σιωπή των δακρύων, η εμπιστοσύνη στο Θεό των Δυνάμεων και της Αγάπης που είναι «η βοήθεια των αβοήθητων, η ελπίς των απηλπισμένων» (Λειτουργία Μ. Βασιλείου), θα δώσουν δύναμη, υπομονή, ελπίδα, που θα διώξουν τη δαιμονική απόγνωση και θα φέρουν γαλήνη. Τότε θα νιώσει ο κάθε αδικούμενος από τους ανθρώπους την εγγύτητα του Θεού και την οικειότητα μαζί Του, που οδηγεί στην καλή παρρησία, στο θάρρος των αγίων.

 

Ο ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΗΣ

 


«Δεν μπορούν όλοι να κατακτήσουν το τέλειο, είτε διότι υστερούν στον ζήλο είτε διότι στερούνται δυνάμεως»
(άγιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Συνήθης αιτία μελαγχολίας και φοβίας είναι η τελειομανία. Ο τελειομανής είναι ανικανοποίητος. Δεν χαίρεται για το καλό που πετυχαίνει ή συναντά στην ζωή του, διότι σκέφτεται το επόμενο βήμα ή ότι θα είναι δύσκολο να διατηρήσει την επιτυχία του. Ο τελειομανής δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Θεωρεί πως έχει περισσότερες δυνατότητες από αυτό που δείχνει. Δεν είναι όμως ευχαριστημένος και από τους άλλους. Λειτουργεί στην προοπτική της κριτικής και της κατάκρισης. Οι άλλοι δεν του προσφέρουν αυτό που πιστεύει ότι δικαιούται. Οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του. Συγκρίνοντας τον εαυτό του μ’ αυτούς, νιώθει πάντοτε ότι υπερέχει. Κι ενώ ζει στην προοπτική αυτή, «βαριέται» από την πολλή τελειότητα. Παραδίδει τον εαυτό του στην ακηδία, διότι νιώθει πως δεν έχει κίνητρο να γίνει καλύτερος. Ο τελειομανής βάζει μεγάλους στόχους, διότι θεωρεί πως έχει δυνάμεις να πετύχει αυτό που ονειρεύεται. Ακόμη κι αν η ζωή τού προσφέρει αφορμές αυτογνωσίας και ρεαλισμού, διότι κανείς μας δεν πορεύεται μόνος του, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψιν του το περιβάλλον, τον κόσμο, τον συνάνθρωπο, τις συνθήκες, καθώς ζούμε στην ιστορία και όχι στην φαντασία, ο τελειομανής θεωρεί πως δικαιούται τα όνειρά του να πραγματωθούν. Γι’  αυτό και ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείται.

Ο τελειομανής, ακόμη κι αν καταφέρει πολλά και καλά, εντούτοις θα αισθάνεται αποτυχημένος. Αυτό του γεννά λύπη και τον καθιστά ανήσυχο. Γνώρισμα της ησυχίας είναι η αυτογνωσία και η αίσθηση ότι κακό δεν είναι η ατέλεια, αλλά το να νομίζουμε ότι τις ατέλειές μας μπορούμε να τις θεραπεύσουμε μόνοι μας, χωρίς την χάρη του Θεού. Ο τελειομανής είναι αταπείνωτος. Ενώ μπορεί και πρέπει να εργαστεί όσο καλύτερα μπορεί, διότι είναι κρίμα να χαραμίζουμε τα τάλαντά μας, εντούτοις δεν χρειάζεται να αγωνιούμε για την έκβαση του αγώνα μας. Η θεία χάρις θεραπεύει τα ασθενή και αναπληροί τα ελλείποντα.

Τελειομανία καλλιεργούν συχνά οι γονείς στα παιδιά. Επειδή θέλουν να είναι άψογα εκείνα, ώστε να μην υπόκεινται στην κριτική αυτοί ότι δεν είναι καλοί γονείς ή υπεύθυνοι στην ανατροφή, τα ωθούν στην απραξία, διότι είναι αδύνατον ουσιαστικά ένα παιδί να φτάσει στο μέγεθος της τελειότητας που να το καθιστά υπεράνω κριτικής. Είναι αδύνατον για ένα παιδί να είναι αλάθητο. Έτσι οι μεγαλύτεροι δεν το διδάσκουν να παίρνει δύναμη από τα λάθη του και να ξεκινά από την αρχή, αλλά το αντιμετωπίζουν σαν αποτυχημένο, ότι τους απογοήτευσε, ότι δεν αξίζει την αγάπη τους, ότι είναι λίγο για όσα εκείνοι του προσφέρουν και μπορεί να τους το ανταποδώσει. Αν, μάλιστα, οι γονείς είναι αποτυχημένοι στην δική τους πορεία και ζωή, τότε ή υποκρίνονται πως όλα είναι καλά στα δικά τους, ώστε το παιδί να μην έχει περιθώριο λάθους, ή το σπρώχνουν προς τον κρυφό εγωισμό ότι το ίδιο μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από αυτούς, με αποτέλεσμα να ζει κατά τα μέτρα εκείνων και όχι κατά τα δικά του μέτρα, χάνοντας την ελευθερία του.

Οι δυνατότητες και τα όνειρα λοιπόν πρέπει να συναντούν τα μέτρα μας. Και στις σχέσεις μας ας συγχωρούμε τους άλλους, για να συγχωρέσουμε και τον εαυτό μας, όπως μας συγχωρεί ο Θεός. Κλειδί η αγάπη.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ

 

Τη μνήμη του Αγίου Μητροφάνους του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Μητροφάνης υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης (313 – 327 μ.Χ.)• Ήταν γιος του Δομετίου και ανεψιός του αυτοκράτορα Πρόβου.

 Όταν το Μάιο του 325 μ.Χ. έγινε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, ο Μητροφάνης δεν μπόρεσε να παραστεί ο ίδιος, επειδή ήταν αρκετά γέροντας και άρρωστος.
Έστειλε, όμως, αντιπρόσωπο του τον πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο, άνδρα πρόθυμο και θεοσεβή.
Στα χρόνια, επίσης, που ήταν Αρχιεπίσκοπος ο Μητροφάνης, θεμελιώθηκαν πολλά μεγάλα οικοδομικά έργα της Βασιλεύουσας. Μεταξύ δε αυτών και οι περίφημοι ναοί της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως.
Ο Μητροφάνης πέθανε το 327 μ.Χ. (πιθανώς σε ηλικία εκατό δέκα επτά ετών) και άφησε διάδοχο τον άξιο πρωτοπρεσβύτερό του Αλέξανδρο (τιμάται 30 Αυγούστου). Διότι πίστευε ότι το σωτηριώδες έργο της Εκκλησίας προάγεται ακόμα περισσότερο με τη σωστή επισκοπική διαδοχή, ανταποκρινόμενος έτσι στο θεόπνευστο λόγο της Αγίας Γραφής, που αναφέρει ότι: «δει ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι» ( Α’ προς Τιμόθεον, γ’ 2).
Δηλαδή, το καλό και υψηλό έργο της επιστασίας του οίκου του Θεού πρέπει να ανατίθεται σε καλούς και εκλεκτούς ανθρώπους. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει ο επίσκοπος να είναι ακατηγόρητος, ώστε κανείς να μη μπορεί να πει τίποτα σε βάρος του.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, Πατριαρχών ανεδείχθης γέρας και θεία κρηπίς, ως Χριστού μυσταγωγός Πάτερ Μητρόφανες, από δε θρόνου υψηλού, τη Εκκλησία δαδουχείς, το φέγγος της ευσέβειας. Και νυν απαύστως δυσώπει, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

ΤΑ ΤΡΙΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ

 ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ - YouTube

Γέροντας Γρηγόριος Παπασωτηρίου (†)

Η ερώτηση λέγει: «Όταν θέλεις το θέλημα του Θεού, πώς θα ξεχωρίσεις το δικό Του θέλημα από το ίσως κρυμμένο δικό σου;»

Εδώ η ερώτηση μας θέτει δύο θελήματα, το θέλημα του Θεού και το θέλημα το δικό μας. Και πολύ σωστά το θέτει, γιατί υπάρχουν αυτά τα δύο τα θελήματα. Υπάρχει το θέλημα του Θεού, υπάρχει και το δικό μας θέλημα. Γι’ αυτό στην προσευχή, που μας διδάσκει ο ίδιος ο Κύριος, μας προτρέπει να λέμε «γενηθήτω το θέλημά Σου», Κύριέ μου, το δικό Σου θέλημα. Έχει σημασία αυτό. Και αυτό προϋποθέτει και ένα άλλο θέλημα που είναι το θέλημα το δικό μου. Όχι το δικό μου, αλλά το δικό Σου το θέλημα να γίνει.

Και ρωτάει εδώ αυτή η ύπαρξη πώς μπορείς να ξεχωρίσεις το θέλημα το δικό σου από το θέλημα του Θεού. Γιατί μπορεί μερικές φορές – και είναι πολύ σωστό που το ρωτάει – μπορεί να νομίζεις κάτι ότι το θέλει ο Θεός, ότι είναι θέλημα του Θεού, μπορεί να λες το θέλημα του Θεού να γίνει, έτσι θέλει ο Θεός, και όμως να δουλεύεις στο δικό σου το θέλημα και να κάνεις το δικό σου το θέλημα.

*****

Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το θέλημα το δικό του από το θέλημα του Θεού, όπως είναι δύσκολο να ξεχωρίσει αν ένας λογισμός είναι δικός του ή αν είναι του πονηρού.

Γι’ αυτό βλέπουμε μερικές υπάρξεις κατά το κοινώς λεγόμενο να «μπερδεύονται», να ανακατώνονται, να χτυπιούνται, να υποφέρουν και να φτάνουν μέχρι του σημείου να έχουν ψυχολογικά προβλήματα. Είναι δηλαδή Χριστιανή ή Χριστιανός και έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και λένε οι άλλοι: «Καλά, ο κοσμικός ναι, αλλά και ο Χριστιανός, η Χριστιανή που αγωνίζεται έχει ψυχολογικά προβλήματα;».

Δεν φταίει ο αγώνας, δεν φταίει η χριστιανική ζωή, δεν φταίει η χριστιανική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Φταίει το ότι απλώς δεν τα αντιμετωπίζουμε χριστιανικά και απλώς μπερδευόμαστε, μπλεκόμαστε σε κάποια δίχτυα και δεν μπορούμε να δούμε το σωστό, δεν ξέρουμε πώς πρέπει να ενεργήσουμε· γι’ αυτό και φυσικά υποφέρουμε.

Γιατί, όταν κανείς ζει κατά Θεόν, όταν θέλει και βρίσκει ποιο είναι το θέλημα του Θεού και ακολουθεί το θέλημα του Θεού, τότε είναι τρισευτυχισμένος αυτός ο άνθρωπος. Αυτός ο άνθρωπος, όσα προβλήματα και να έχει, όσον αγώνα και να έχει στην ζωή του, όσο και να υποφέρει, να τηγανίζεται, όμως είναι ευτυχισμένος και χαρούμενος. Πίσω από όλα αυτά κρύβεται χαρά. Οι Πατέρες μίλησαν για χαρμολύπη…

*****

Και αυτές τις μέρες που ήμουν αδιάθετος, δεν σας κρύβω, πέρασε κάποια ψυχή που με «κομμάτιασε», μου «έβαλε γυαλιά». Και ας έχει δόξα ο Θεός που μέσα σε αυτή την αμαρτωλή κοινωνία ζουν τέτοιες υπάρξεις! Όταν τον πρωτοείδα με κλάματα – άντρας είναι – νόμιζα ότι αυτός ο άνθρωπος έπεσε σε ένα μεγάλο παράπτωμα και ζητούσε εξιλέωση. Κατάλαβα όμως έπειτα, όταν συζητήσαμε, ότι δεν ήταν αυτό. Απλούστατα υπήρχε η χαρμολύπη μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο.

Έκλαιγε – ακούστε! – έκλαιγε, γιατί ήταν πολύ αμαρτωλός, γιατί λυπούσε τον Θεό! Το ζούσε αυτό το πράγμα. Και αν εξετάζατε την ζωή του, θα διαπιστώνατε ότι ζούσε σαν καλόγερος – ήταν οικογενειάρχης – με τις μετάνοιές του, με την Κλίμακα, με τον άγιο Αρσένιο, με τον αββά Ισαάκ. Διάβαζε αυτά τα πνευματικά βιβλία, τα γνώριζε. Ήταν απλός άνθρωπος. Ούτε δάσκαλος ήταν ούτε καθηγητής ήταν· δεν είχε κάποια κοινωνική θέση.

Αυτό που μου έκανε κατάπληξη… Όχι απλώς είχε την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, όχι απλώς έκλαιγε, πονούσε αυτός ο άνθρωπος, γιατί ήταν αμαρτωλός, αλλά, όταν τον εξέτασα μήπως και υπάρχει μέσα απελπισία, μου λέει: «Όχι, Πάτερ, όχι, η απελπισία είναι μεγάλο αμάρτημα». Ήξερε ότι η απελπισία και η απόγνωση είναι μεγάλο αμάρτημα. Το ήξερε και το ζούσε. Δεν απελπιζόταν. Ζούσε την αμαρτωλότητά του, πονούσε, αλλά είχε και χαρά, χαιρόταν.

*****

Αυτά φυσικά είναι παράξενα πράγματα. Δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε. Όσο και αν θέλουμε να χωρέσουν εδώ μέσα στο μυαλό μας, δεν χωράνε. Ο άνθρωπος αυτός είχε τσακίσει το θέλημά του, είχε σκοτώσει το θέλημά του και ένα μόνο ήθελε στην ζωή του, να γίνεται το θέλημα του Θεού.

Βέβαια όταν υπάρχει στον άνθρωπο η ταπείνωση, η βαθειά ταπείνωση, τότε όλα ξεδιαλύνονται και καταλαβαίνει ποιο είναι το θέλημα του Θεού και ποιο είναι το θέλημα το δικό του και ποιο είναι το θέλημα του σατανά.

Γιατί υπάρχουν τρία θελήματα. Το θέλημα το δικό μου, το ανθρώπινο, το θέλημα του σατανά και το θέλημα του Θεού.

ΤΟ "ΚΥΡΙΕ,ΕΛΕΗΣΟΝ" ΤΟ ΛΕΓΑΝΕ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑΝ ΘΑΥΜΑΤΑ!

 

H Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα· η επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Mπορεί να’ναι ψέμα τά άστρα, ο ήλιος, η γη, τά πάντα· ένα δεν είναι ψέμα· ο Kύριός μας.

Nά μιμηθούμε λοιπόν κ’ εμείς τη Xαναναία. Ας γονατίζουμε και ας προσευχώμεθα λέγοντας ακαταπαύστως το «Kύριε, ελέησον».

Tο «Kύριε, ελέησον» το λέγανε οι άγιοι και έκαναν θαύματα. Tα παλιά τα χρόνια το λέγανε όλοι οι Xριστιανοί γονατιστοί και με δάκρυα.

Στη Pωσία ο πιστος λαός το λέει και βουΐζει η εκκλησία.
Στο Άγιο Όρος κρατούν κομποσχοίνι όλη νύχτα· κάθε κόμπος κ’ ένα «Kύριε Iησού Xριστέ, ελέησόν με».
Εμείς; Tυπικώς· παρόντες στην εκκλησία τω σώματι, απόντες τω πνεύματι· χωρίς συναίσθηση, χωρίς ρήγος.
Tο «Kύριε, ελέησον» είναι η πιο μικρά προσευχή. Mπορεί να την πει και ένας αγράμματος, μπορεί να την πει και το μικρό παιδί, και το νήπιο, κι ο ασπρομάλλης γέρος. Kαι ο Θεός ακούει το «Kύριε, ελέησον».

Tο συνιστώ κ’ εγώ σ’ εσάς. Δεν κάνεις μεγάλες προσευχές, δεν είσαι διαρκώς στην εκκλησία; Λέγε, εκεί που είσαι, το

«Kύριε, ελέησον».
Kάθεσαι να φας, «Kύριε, ελέησον».
Βράδιασε, «Kύριε, ελέησον».
Ξημέρωσε, «Kύριε, ελέησον».
Πας στη δουλειά, «Kύριε, ελέησον».
Σκάβεις τή γη «Kύριε, ελέησον».
Βόσκεις τα ζώα, «Kύριε, ελέησον».
Είσαι εργάτης, «Kύριε, ελέησον».
Είσαι αξιωματικός, «Kύριε, ελέησον».
Είσαι στρατιώτης, «Kύριε, ελέησον».
Είσαι αμαρτωλός, «Kύριε, ελέησον».

Tό «Kύριε, ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας.
Λέει ο Xριστός· «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Mατθ. 7,9-10· Λουκ. 11,11).

Αν ο επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος που του λέμε «Πάτερ ημών…». Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν εί­μεθα Xριστιανοί· αμήν.

† Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνος

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ;

 

Άκουσε τότε ο π. Αρσένιος τον Εωσφόρο να λέγη στους δαίμονες... Αφ' ότου χειροτονήθηκε ιερεύς και έλαβε και την ευλογία να εξομολογεί συχνά στην εξομολόγηση έλεγε στους ανθρώπους που ήρχοντο τα ανεξομολόγητα αμαρ­τήματά τους (τα οποία αυτοί τα έκρυβαν ή τα ξεχνού­σαν) και μόνο σε μερικούς έδινε την ευλογία να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. Είχε το χάρισμα α­πό τον Θεό ο π. Αρσένιος και έβλεπε την εσωτερική κατάσταση των ανθρώπων κι αυτά που είχαν κάνει στην ζωή τους και αυτά που θα τους συμβούν.

Βλέποντας όμως ο Πατήρ ότι πολλοί απ' αυτούς, που εξωμολογούντο, δεν άλλαζαν τον τρόπο της ζωής τους, αλλά συνέχιζαν με τις κακές επιθυμίες τους και τα αμαρτήματά τους και γνωρίζοντας ότι θα είναι εγγυητής για την σωτη­ρία των ψυχών τους στην Μέλλουσα Κρίση, παρεκάλεσε τον Θεό να του αποκάλυψη για ποια αιτία οι άνθρωποι δεν αφήνουν τις αμαρτίες τους.

Και μία ημέρα, καθήμενος σ' ένα κάθισμα στον κήπο του μοναστηριού και κυτάζοντας προς το βουνό, βλέπει ό­τι εμφανίσθηκε στην κορυφή του βουνού ένα μεγάλο σύννε­φο, μαύρο και σκοτεινό και μέσα σ' αυτό ακουγόταν φασα­ρία και πολύς θόρυβος. Αντικρύζοντας με περισσότερη προσοχή, παρετήρησε ότι ξαφνικά το σύννεφο χωρίσθηκε σε δύο μέρη και στο μέσον του σύννεφου, φάνηκε η κορυ­φή του βουνού, όπου υπήρχε βασιλικός θρόνος περικυκλω­μένος από φωτιά και ο σατανάς να κάθεται εκεί έχοντας γύ­ρω του πολλούς δαίμονες. Άκουσε τότε ο π. Αρσένιος τον Εωσφόρο να λέγη στους δαίμονες:

-Ποιος από εσάς είναι επιτήδειος να εύρη ένα πονηρό λογισμό, τον οποίον να ψιθυρίσουμε στον νου των ανθρώ­πων για να τους ελκύσουμε προς το μέρος μας κι έτσι να κερδίσουμε πολλές ψυχές, να κάνουμε μία βασιλεία μεγα­λύτερη από εκείνη του Θεού, διότι ολίγος καιρός ακόμη μας έμεινε.

Τότε εμφανίζεται ένας διάβολος. Προσκύνησε τον αρ­χηγό του μέχρι του εδάφους και του είπε:

-Έξοχε του σκότους αρχηγέ, ευρήκα κατάλληλο να ψιθυρίσω στους ανθρώπους τον λογισμό ότι δεν υπάρχει Θεός.

Τότε ο αρχισατανάς του είπε: Δεν είναι πολύ καλή αυ­τή η πονηριά σου, διότι ημπορούμε να κερδίσουμε περισ­σότερους με άλλο τρόπο. Ας έλθει κάποιος άλλος.

Ήλθε ο δεύτερος και του είπε:

-Έξοχε του σκότους αρχηγέ, εγώ προτείνω, να τους α­φήσουμε να πιστεύουν στον Θεό, αλλά να τους ψιθυρίσου­με ότι δεν υπάρχει, ούτε παράδεισος ούτε κόλασις και ότι η ζωή αυτή υπάρχει μόνο μέχρι του τάφου.

Ο αρχισατανάς, μετά από αρκετή περίσκεψη του είπε:

Ούτε μ' αυτή την πονηρή σκέψι θα ημπορέσουμε να κερδίσουμε πάρα πολλούς, διότι ο Χριστός, όταν ανυψώθη­κε στους ουρανούς, είπε στους μαθητές Του: «Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισι... και εάν πορευθώ και ε­τοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν...» (Ιωάν. 14, 2-3). Ακόμη είναι αρκετά φυτευμένη αυτή η πίστις στο νου των ανθρώπων ότι υπάρχει Θεός και Αυτός θα τους ανταμείψει κατά τα έργα τους. Λοι­πόν, ας έλθη άλλος.

Έρχεται ο τρίτος και λέγει, αφού πρώτα τον προσκύ­νησε μέχρι του εδάφους:

-Έξοχε του σκότους αρχηγέ, εγώ προτείνω καλλίτε­ρα να επαινούμε τους ανθρώπους για την πίστη τους στον Θεό, στην ύπαρξη του παραδείσου και της κολάσεως, στην τελική Κρίση, αλλά ταυτόχρονα, χωρίς διακοπές να τους ψιθυρίζουμε: «Μη βιάζεσθε να μετανοήσετε. Άφετε αυτό τό έργο στά γεράματά σας, διότι ο θάνατος θ' αργήσει. Τώρα να χαίρεσθε τις απολαύσεις της ζωής, να ικανοποιήτε όλες τις σαρκικές σας επιθυμίες, διότι έχετε αρ­κετό χρόνο μπροστά σας»! Και κάνοντας εμείς τα δελεα­στικά μαγικά μας έργα, δεν θα καταλαβαίνουν αυτοί πότε περνάει ο καιρός και έρχεται το τέλος τους. Ο θάνατος θα έρχεται ξαφνικά και θα τους ευρίσκει απροετοίμα­στους και τότε αυτοί θα είναι για πάντα ιδικοί μας.

Τότε ο αρχισατανάς εκούνησε το κεφάλι του ικανοποι­ητικά. Εγρύλισε από μία διαβολική χαρά και με μία βια­στική λαχτάρα τους είπε:

-Πηγαίνετε και κάνετε, όπως ακούσατε από τον συνά­δελφο σας!

Έτσι, μόνο τυπικά και για τα μάτια του κόσμου εκπλη­ρώνουν οι άνθρωποι τα χριστιανικά τους καθήκοντα, εφ' ό­σον σε κάθε στιγμή οι πονηροί δαίμονες τους ψιθυρίζουν δελεαστικά για τις απολαύσεις αυτού του κόσμου και οι άν­θρωποι υπακούουν. Δεν αλλάζουν την τακτική τους και συ­νεχίζουν να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους και τις αμαρ­τίες τους, περιφρονώντας τις πατρικές συμβουλές και την αληθινή μετάνοια, έστω και στα γεράματά τους....

Οσίου Γέροντος Αρσενίου Μπόκα

ΖΟΥΜΕ ΜΕ ΕΥΛΑΒΕΙΑ;

 

Ὅταν ἀκοῦμε τὴ λέξη «εὐλάβεια», ὁ νοῦς μας τρέχει στὸ Θεό, στὸν ἱερὸ Ναό, σὲ ὧρες λατρείας καὶ προσευχῆς, σὲ κάτι ἱερὸ καὶ ἅγιο. Καὶ εἶναι σωστό. Διότι εὐλάβεια εἶναι αὐτὴ ἡ τιμή, ὁ βαθὺς σεβασμὸς τὸν ὁποῖο αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ πρωτίστως καὶ ἔπειτα σ’ ὅ,τι ἀνήκει σ’ Αὐτόν· σὲ ὧρες ἱερές, σὲ ἀντικείμενα ἅγια ποὺ ἀνήκουν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἰδιαίτερα σὲ πρόσωπα ἱερά. Ἀπέναντι σ’ ὅλα αὐτὰ ὁ χριστιανὸς στέκεται μὲ εὐλάβεια, μὲ συστολή, μὲ φόβο Θεοῦ. 

 Ἡ εὐλάβεια εἶναι φρόνημα ἐσωτερικό, φρόνημα τῆς ψυχῆς. Ὅταν κανεὶς συναισθάνεται ὅτι εἶναι ἀνάξιος, ἁμαρτωλός, ἐμβαθύνει στὸ μεγαλεῖο, στὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ· ὅπως ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ παρουσιαζόταν καὶ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν ἅγιο Θεὸ μὲ αὐτὴ τὴ συναίσθηση ὅτι «ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός», ὅπως ἔλεγε (Γεν. ιη΄ 27). 
Συναισθάνονταν τὴν ἁμαρτωλότητά του, τὴ μικρότητά του μπροστὰ στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ συναίσθηση εἶναι ἡ εὐλάβεια. 
 Τὸ φρόνημα αὐτὸ τῆς ψυχῆς ὅμως ἐξωτερικεύεται καὶ μὲ ἀνάλογη στάση τοῦ σώματος. Γι’ αὐτὸ καὶ μὲ σεβασμό, εὐπρεπὴ ἐνδυμασία καὶ ἀνάλογη ψυχικὴ διάθεση εἰσερχόμαστε στὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός: «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου» (Ψαλ. ε΄ 8). 
Μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια σχηματίζουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἀσπαζόμαστε τὶς ἱερὲς εἰκόνες, ἀνάβουμε τὸ κερί μας. Στεκόμαστε μὲ προσοχὴ καὶ ἀσάλευτο τὸ πνεῦμα, τὸ σῶμα καὶ τὸ βλέμμα μας στὰ τελούμενα. 
Γονατίζουμε εὐλαβικὰ στὶς ἱερὲς ὧρες. Ἡ εὐλάβειά μας φαίνεται καὶ στὴν ἱερότατη καὶ φρικτὴ ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, καθὼς καλούμαστε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Δημιουργό μας. 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θέλοντας νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε μὲ πόση εὐλάβεια πρέπει νὰ προσερχόμαστε στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς τονίζει πολὺ παραστατικά: «Κατάλαβε, ἄνθρωπε, μὲ ποιὰ τιμὴ ἔχεις τιμηθεῖ, ποιὸ τραπέζι ἀπολαμβάνεις. Αὐτὸ ποὺ οἱ ἄγγελοι τὸ βλέπουν καὶ φρίττουν, καὶ οὔτε κὰν νὰ κοιτάξουν ἄφοβα δὲν τολμοῦν ἐξαιτίας τῆς ἀστραπῆς ποὺ ἐκπέμπεται ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ αὐτὸ ἐμεῖς τρεφόμεθα καὶ ἀναμειγνυόμεθα» (Ὁμ. 82 εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, P.G. 58, 743-744). 
 Αὐτὴ ἡ εὐλάβεια μᾶς βοηθεῖ νὰ συμμετέχουμε σωστὰ καὶ στὰ ὑπόλοιπα ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. 
Προκαλεῖ λύπη στὶς μέρες μας ἡ ἀνευλαβὴς συμπεριφορὰ καὶ ἄσεμνη στάση πολλῶν 
ἀν­­­­θρώπων κατὰ τὴν τέλεση τῶν Μυστηρίων, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν σ’ αὐτὰ κοσμικά, ὡς κοινωνικὸ γεγονὸς καὶ ὄχι ὡς πνευματικό. 
 Ἂς μὴν ξεχνοῦμε πὼς ἡ Ἐκκλησία μας εὔχεται ἰδιαίτερα γιὰ ὅσους «μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ» εἰσέρχονται στὸν ἅγιο οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλάβεια αὐτὴ γιὰ τὸν ἅγιο Θεὸ δὲν ἐκφράζεται μόνο μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ στὴ ζωή μας, στὴν καθημερινότητά μας. 
 Ὁ εὐλαβὴς αἰσθάνεται παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ ἔντονα τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Σὲ κάθε του βῆμα αἰσθάνεται δίπλα του τὴν παρουσία τοῦ φύλακα ἀγγέλου του. Προσέχει καὶ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν παγίδων τοῦ πονηροῦ. Διατηρεῖ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του, συμπεριφέρεται μὲ συστολή, προσο­χή, νιώθει τὰ πάντα γύρω του ἱερά. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὠφελεῖται καὶ ὠφελεῖ τοὺς γύρω του μὲ τὸ σεμνὸ εὐλαβικὸ παράδειγμά του. 
 Ἡ εὐλάβεια μεταδίδεται καὶ ἐπηρεάζει τοὺς συνανθρώπους μας ὅταν ὑπάρχει καλὴ διάθεση καὶ ταπείνωση. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ εὐλάβεια δίχως ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ εὐλάβεια ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διότι ἔχει μέσα της ταπεί­νωση. Ὅταν λείπει ἡ ταπείνωση, ἡ εὐλάβεια εἶναι ἐξωτερικὴ μόνο, ψεύτικη εὐλάβεια ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀπέχθεια τοῦ Θε­οῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς ἐγκαταλείπει τότε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ κίνδυνος τῆς ἐξοικειώσεως, τῆς συνηθείας, ποὺ εἶ­­ναι πολὺ κοντά μας, εὔκολα μᾶς παρασύρει. 
 Ἕνα σπουδαῖο πρότυπο εὐλαβείας ποὺ προβάλλεται μέσα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὁ δίκαιος Συμεὼν ὁ θεοδόχος. «Ἄνθρωπος δίκαιος καὶ εὐλαβής», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής (Λουκ. β΄ 25). Μὲ πόση εὐλάβεια ζοῦσε ὁ ἅγιος Συμεών! Μὲ βαθιὰ τὴν ἐπιθυμία νὰ μὴ φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ πρὶν δεῖ τὸν Μεσσία καὶ Λυτρωτή. Μὲ τὴν ἴδια εὐλάβεια δέχθηκε στὴν ἀγ­καλιά Του τὸν Κύριο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ὑπαπαντῆς στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων. Τί ἅγια συναισθήματα! Τί συγκίνηση πλημμύρισε τὰ γεροντικά του στήθη! Δὲν ἔσπευσε νὰ πάρει τὸ θεῖο βρέφος βιαστικὰ ἀπὸ τὰ χέρια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἀλλὰ τὸ παρέλαβε μὲ σεβασμό, χωρὶς καμία ἀμφιβολία ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου. Ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ τὸν ἔκλεισε μὲ στοργὴ στὴν γεροντική του ἀγκάλη. Τὸν ἔφερε στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς του καὶ Τὸν ἀτένιζε μὲ τὰ ἁγνὰ μάτια του. Καὶ ἐνεβάθυνε σιωπηρὰ στὸ μυστήριο τῆς ἄκρας θεϊκῆς συγκαταβάσεως. «Ἐνηγκαλίσατο τοῦτο τὸ οὐράνιον καὶ ἐπίγειον βρέφος», σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ΕΠΕ 9, 150152). 
 Εὐλάβεια, μιὰ μεγάλη ἀρετή! Ζοῦμε μ’ αὐτήν; Ἀγωνιζόμαστε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε; Οἱ ἔμπειροι πνευματικοὶ ὁδηγοὶ γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε ἢ νὰ διατηρήσουμε τὴν εὐ­λάβειά μας, θὰ μᾶς συστήσουν νὰ συνα­ναστρεφόμαστε ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν εὐλάβεια καὶ νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν συνεχὴ ἀγώνα, μὲ τὴ συχνὴ συμμετοχὴ στὰ θεῖα Μυστήρια, μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, τὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ τῶν πνευματικῶν βιβλίων θὰ μπορέσουμε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε, νὰ τὴν καλλιεργήσουμε καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξουμε μόνιμα στὴν καρδιά μας καὶ στὴ ζωή μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ

 


Τη μνήμη του τιμά σήμερα, 3 Ιουνίου, η Εκκλησία μας. Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν». Δηλαδή, εκείνα που είναι αδύνατο να γίνουν με την ασθενική δύναμη και λογική του ανθρώπου, αυτά είναι κατορθωτά και δυνατά από το Θεό.
 Πράγματι, ποιος θα περίμενε από έναν άνθρωπο που πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή μέσα στην ειδωλολατρία, της οποίας, μάλιστα, ήταν και ιερέας, να γίνει χριστιανός; Κι όμως. Αυτό συνέβη με το γέροντα ιερέα ειδωλολάτρη Λουκιλλιανό, που έζησε στα χρόνια του βασιλιά Αυρηλιανού το 270 μ.Χ.
Όταν, λοιπόν ο Λουκιλλιανός, άκουσε για πρώτη φορά χριστιανικό κήρυγμα στην πατρίδα του Νικομήδεια, η θεία χάρη δημιούργησε μέσα του πραγματικό σεισμό. Γκρεμίστηκαν σαν χάρτινοι πύργοι οι ειδωλολατρικές του πεποιθήσεις, που τόσο βαθειά ήταν ριζωμένες στην ψυχή του. Τα γεροντικά του μάτια άνοιξαν και με νεανική ζωηρότητα διακήρυξε την πίστη του στο Χριστό.
Προσπάθησε, μάλιστα, να φέρει με το κήρυγμα του και άλλες ψυχές σ’ Αυτόν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον κόμη Λιβάνια. Με θάρρος ο Λουκιλλιανός ομολόγησε μπροστά του το Χριστό. Τότε ο κόμης, πιεζόμενος και από τους ειδωλολάτρες ιερείς, που θεώρησαν το Λουκιλλιανό λιποτάκτη της θρησκείας τους, διέταξε και τον βασάνισαν.
Έπειτα τον έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά δυνατή βροχή έσβησε τη φωτιά. Τότε τον έστειλαν στο Βυζάντιο, όπου ο Λουκιλλιανός αξιώθηκε να μαρτυρήσει με σταυρικό θάνατο.
Στη φυλακή μέσα ο Άγιος Λουκιλλιανός βρήκε τέσσερα παιδιά, τον Κλαύδιο, τον Υπάτιο, τον Παύλο και τον Διονύσιο, που για τον ίδιο λόγο ήταν φυλακισμένα και κατόπιν αποκεφαλίστηκαν. Μετά τον θάνατο και του Αγίου, η παρθένος Παύλη, πήρε τα Ιερά του λείψανα και τα ενταφίασε. Τότε όμως, συνελήφθη και αυτή, βασανίζεται σκληρά και στο τέλος αποκεφαλίζεται.
Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Χορός Αγγελικός.
Ως άστρον φαεινόν, εκ νυκτός τής απάτης, ώ Λουκιανέ, ευσεβώς αναλάμψας νομίμως ηγώνισαι καί τόν δόλιον έκτεινας, όθεν πρέσβευε σύν τή θεόφρονι Παύλη καί τοίς τέσσαρσι παισί Χριστώ, αθλοφόρε, υπέρ τών ψυχών ημών.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

"ΑΥΤΟΙ ΘΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ!"

 



Διαβάζοντας σε ένα δημοσίευμα του fb την απάντηση του αγίου Παϊσίου σε ερώτηση ενός ιερέως, ότι δηλαδή ίσως θα έβρισκε τους αγίους που έψαχνε σε κακόφημη περιοχή της Θεσσαλονίκης, ενθυμήθηκα το παρακάτω περιστατικό.
''Πριν από είκοσι περίπου έτη, ήμασταν στην Δράμα με δύο ευλογημένους Ιερομονάχους από το Άγιον Όρος και ένα συγγενικό τους πρόσωπο. Ψάχνοντας για να βρούμε τα ΚΤΕΛ, σταματήσαμε σε ένα καφενεδάκι για να ρωτήσουμε και ήρθε ένας ατημέλητος άνθρωπος, ίσως και πιωμένος και πέφτοντας στο χέρι του ενός Ιερομονάχου, που καθόταν στην θέση του συνοδηγού, έκλαιγε και έλεγε:
" Πάτερ μου συγχώρεσέ με, είμαι αμαρτωλός! " Για να είμαι ειλικρινής στεναχωριόμουν που όπως πίστευα ενοχλούσε τους Πατέρες. Όμως ο
π. Αβραάμιος του είπε: " Καλά είσαι! "
Ο άνθρωπος αυτός, μόλις άκουσε αυτό που του είπε ο Ιερέας, απομακρύνθηκε χαρούμενος και επαναλάμβανε συνεχώς: " Καλά είμαι, καλά είμαι! "
Φύγαμε χωρίς να πούμε τίποτα μεταξύ μας για το γεγονός αυτό. Πήγαμε για προσκύνημα στην Ιερά Μονή της Εικοσιφοίνισσας και εκεί ο Παππούλης μάς είπε: « Είδατε τι μετάνοια είχε ο άνθρωπος που συναντήσαμε; Αυτοί θα μας δικάσουν στην άλλη ζωή!»
Μιλούσε για έναν άνθρωπο που πολλοί από εμάς τους "καθώς πρέπει" Χριστιανούς, ίσως τον υποτιμούσαμε και ίσως να τον χαρακτηρίζαμε και άσχημα, καθότι ήταν και πιωμένος!
Ενθυμήθηκα τότε τον άγιο Πατέρα μας Ιωάννη Καλαΐδη, τον οποίον και επισκεφθήκαμε μετά με τους δύο Αγιορείτες Πατέρες, ο οποίος μας έλεγε: « Να μη μιλάμε και σκεφτόμαστε παιδιά μου για κανέναν άνθρωπο υποτιμητικά γιατί αυτός μπορεί να σωθεί, ενώ εμείς όχι!»
Ας έχουμε τις ευχές του αγίου Πατρός μας Ιωάννη Καλαΐδη και όλων των αγωνιζόμενων Αγιορειτών Πατέρων! 
 Τσεσμετζής Μιλτιάδης - εκπαιδευτικός

ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ:ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΜΑΡΤΙΕΣ;

 

 Γιατί κάνουμε αμαρτίες; Διότι αγνοούμε την αξίαν και το κάλλος της ψυχής. Όταν η ψυχή διατηρεί την τάξη αυτής και δεν εκπίπτει εκ της αξίας όπου την έθεσε ο Ποιητής, απολαμβάνει όλες τις δωρεές του Ουρανίου Πατρός και δεν έχει ουδεμίαν άλλη ανάγκην.

Έχει εσωτερική παρηγορία και παράκληση.

Κάνουμε αμαρτίες, όταν η ψυχή αποκόπτεται από την επικοινωνία μετά του Ουρανίου Πατρός, αρχίζει να στρέφεται προς τα κτίσματα και δια των αισθήσεων να απολαμβάνει αυτά.

Η στροφή και η επιθυμία προς τα κτίσματα εμπεριέχει πολλάκις την αμαρτία και τον εξ αυτής θάνατον.

Η ψυχή λησμόνησε το θείον κάλλος και την θεία αυτής ευγένεια και στρέφεται προς τα κτίσματα να παρηγορηθεί. Από το σημείον αυτό αρχίζει η εκτροπή της ψυχής εκ της αληθείας και γίνεται η αρχή της αμαρτίας.

ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΕΦΕΡΕΣ ΕΔΩ;

 

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Πίστευα, λέει (ένας), πως πήγα στον Παράδεισο, για τα καλά μου έργα κι έτσι λοιπόν ρώτησα (λέει) τον Θεό:

«Χριστέ μου γιατί με έφερες εδώ; Για τα καλά μου έργα;»

Λέει: «Όχι» του απαντά ο Χριστός

-«Ούτε για τις πολλές μου νηστείες και την εγκράτεια που είχα, ιδίως όλες τις μέρες του χρόνου και ειδικότερα τις Σαρακοστές;»

Όχι του απαντά ο Χριστός

-«Μήπως επειδή έκανα αρκετά προσκυνήματα στους Αγίους Τόπους, προσκύνησα τόσους Αγίους, τόσα Άγια Λείψανα και πήγα σε όλη την Ελλάδα, πήγα και στον Άγιον Όρος;»

– Όχι

-«Καλά» λέει «αφού ομολόγησα το όνομά σου και το υπερασπίστηκα, ούτε γι’ αυτό με έβαλες στον Παράδεισο;»

-Ούτε γι’ αυτό.

-Μήπως για τις πολλές μου ελεημοσύνες;

-Όχι, ούτε γι΄αυτό.

– Μήπως επειδή ήμουν συχνά συμμέτοχος των Αγίων Μυστηρίων της εκκλησίας μας;

– Όχι

-Μήπως επειδή διάβαζα συχνά το Ιερό Ευαγγέλιο, τους βίους των Αγίων και άλλα πνευματικά βιβλία;

– Όχι… ούτε αυτό…

-Ε Χριστέ μου, «λέει», μ’ έσκασες! Πες μου επιτέλους «λέει», γιατί ήρθα εδώ; Πως μ’ έφερες εδώ;

-Σ’ έφερα στον Παράδεισο γιατί Με αγάπησες, τόσο πολύ, ώστε ήθελες να μου μοιάσεις, «κατ’ εικόνα και κατ’ ομείωσιν. Να μου μοιάσεις… κι εσύ έγινες όλος Εγώ.

Έγινες όλος Χριστός… γι’ αυτό σε έφερα εδώ!


ΟΠΟΙΟΣ ΑΓΑΠΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΝΑΞΙΑ!

 

 Όποιος είναι αληθινά ταπεινός δεν έχει κανένα φόβο. Αυτός που αγαπά το Θεό και το συνάνθρωπο και όταν είναι μόνος δεν είναι μόνος.

Ο ταπεινός έχει ασφάλεια, αφοβία, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πραότητα, αγαθοσύνη, εγκράτεια, ελευθερία, χάρη.

Ένας γνήσιος χριστιανός που αγαπά, προσφέρεται, θυσιάζεται, ζει για τους άλλους, δεν μπορεί να μην είναι ταπεινός.

Ο αληθινά ταπεινός χαίρεται περισσότερο να δίνει παρά να παίρνει. Δεν έχει απαιτήσεις από τους άλλους. Τους υπομένει, τους αποδέχεται, τους καλοδέχεται, προσεύχεται γι’ αυτούς.

Έτσι δεν στενοχωρείται. Στενοχωρούμεθα με τους άλλους γιατί έχουμε πολλές απαιτήσεις από αυτούς.

Είμαστε αρκετά αυστηροί μαζί τους, ενώ με τον εαυτό μας είμαστε αρκετά επιεικείς.

Θέλουμε μόνο να μας προσέχουν, να μας ακούν, να μας αγαπούν.

Είμαστε φειδωλοί στην προσοχή, στην ακοή, στην αγάπη απέναντι των άλλων.

Αποζητάμε την εκτίμηση, τον έπαινο, το πλήρες ενδιαφέρον των άλλων. Εμείς όμως είμαστε τσιγγούνηδες σε προσφορά.

Στεναχωριούνται εύκολα οι άνθρωποι, αποθαρρύνονται, απογοητεύονται, θλίβονται και μελαγχολούν, γιατί η πίστη τους δεν είναι θερμή, η εμπιστοσύνη τους στο Θεό είναι χαλαρή κι η ελπίδα τους απομακρυσμένη.

Ο πιστός έχει πληροφορία βεβαιότητος, ενισχύσεως, εμπιστοσύνης και ελπίδος. Δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα, αλλά τα προβλήματα τα αντιμετωπίζει ελπιδοφόρα.

Η ελπίδα στον Παντοδύναμο και πανταχού παρόντα Θεό χαρίζει στον πιστό ειρήνη, γαλήνη, ηρεμία, παρηγορία, έλεος.

Γέροντες και γερόντισσες παλαιότερων εποχών με μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα οπωσδήποτε, έκαναν με νόημα το σταυρό τους, καρτερούσαν φιλότιμα, υπόμεναν επίμονα και το «πρώτα ο Θεός» ή «έχει ο Θεός» ή «δόξα τω Θεώ» δεν ήταν διόλου σχήμα λόγου.

Οι σημερινοί φουσκωμένοι από έπαρση άνθρωποι θεωρούν μεγάλη ντροπή να σταυροκοπηθούν ή να επικαλεσθούν το Θεό και πιστεύουν πως η ευφυΐα τους, η πολυγνωσία τους, η πολυπραγμοσύνη τους θα λύσει όλα τους τα προβλήματα.

Να που όμως δεν τα λύνουν και είναι γεμάτες οι τσέπες τους αγχολυτικά, αναλγητικά, καταπραϋντικά, αντικαταθλιπτικά και υπνωτικά.

Όσοι δε πίστεψαν στη θεοποιημένη λογική τους και στο υπερφίαλο εγώ τους πλανέθηκαν από μία επικίνδυνη αυτάρκεια, ένα μοντέρνο χριστιανισμό μιας φαρισαϊκής αγιότητος κι έγιναν παίγνια δαιμόνων. Η αγιότητα δεν είναι ποτέ αταπείνωτη, υποκριτική, εγωκεντρική, αφιλάδελφη και απομονωμένη.

Οι άγιοι δεν πιστεύουν στον εαυτό τους και στα έργα τους αλλά ελπίζουν και επικαλούνται συνεχώς το άπειρο έλεος του Πανάγαθου Θεού.

Οι άγιοι παρακινούν κι εμάς τους αμαρτωλούς να συγκινηθούμε και να συνετισθούμε από τα παραδείγματα των μεγάλων αμαρτωλών που μετανόησαν και έγιναν άγιοι.

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 


Τη μνήμη του Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού και Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τιμά σήμερα, , η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Νικηφόρος, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το758 μ.Χ. Οι γονείς του Θεόδωρος και Ευδοκία άνηκαν σε αρχοντική και επίσημη κοινωνική τάξη αλλά ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι οι οποίοι γαλούχησαν τον γιο τους με τα νάματα των Θείων Γραφών.
Η προσήλωση μάλιστα του πατέρα του στην ορθή πίστη, έγινε αιτία να διωχθεί και να εξορισθεί από τον εικονομάχο και δυσεβή αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’, τον Κυπρώνυμο στη Νίκαια όπου και πέθανε.
Προικισμένος με ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες, απέκτησε μεγάλη θεολογική και θύραθεν εκπαίδευση. Γρήγορα όμως αποσύρθηκε σε ένα κτήμα του στον Βόσπορο, όπου αφοσιώθηκε στην άσκηση και τη μελέτη των Θείων Γραφών.
Όμως ο αυτοκράτορας τον υποχρέωσε να αναλάβει τη διεύθυνση του μεγάλου πτωχοκομείου της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν εκοιμήθη ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α’, υπέδειξε ως άξιο διάδοχό του τον Νικηφόρο. και όντως την Κυριακή του Πάσχα του 806 ανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Θρόνος ο οποίος ισοδυναμούσε με Γολγοθά. Έδωσε σκληρούς αγώνες για την τιμή και την προσκύνηση των ιερών Εικόνων. Όταν όμως το 813 μ.Χ. ανέβηκε στο θρόνο της Βασιλεύουσας, ο ασεβής Λέων Ε’, ο Αρμένιος, ξέσπασε μεγάλος και απηνής διωγμός κατά των εικονολατρών.
Η αγέρωχη στάση και εμμονή του Νικηφόρου στην προστασία της Ορθοδοξίας, προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα, ο οποίος τον απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο. Υπέστη πολλές ταλαιπωρίες και τελικά, αρκετά ταλαιπωρημένος παρέδωσε στο δίκαιο μισθαποδότη Θεό το πνεύμα του στις 2 Ιουνίου 822 μ.Χ.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ήνεγκε, τη Εκκλησία, η ση ένθεος, ομολογία, Νικηφόρε Ιεράρχα θεόληπτε. την γαρ Εικόνα του Λόγου σεβόμενος, υπερορία αδίκως ωμίλησας. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ:ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΑΘΟ Η ΘΛΙΨΗ

 Αν ο Χριστός έζησε στον κόσμο με θλίψη και συ θέλεις να ζεις με άνεση, δεν βαδίζεις πλέον τον ίδιο μ΄ αυτόν δρόμο, αλλά διαφορετικό.

Πως λοιπόν Τον ακολουθείς; Πως είσαι μαθητής, αφού δεν ακολουθείς το παράδειγμα του δασκάλου;…Επομένως είναι μεγάλο αγαθο η θλίψη, αγαπητοί, αφού καταρθώνει δύο πράγματα πολύ μεγάλα, και τις αμαρτίες εξαλείφει και μας κάνει σταθερούς στην αρετή.

 

O ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

 

Η αντίληψη ότι ο Χριστιανός, ο «άνθρωπος της Εκκλησίας» δεν έχει δικαίωμα να «γλεντήσει τη ζωή του» φαίνεται ότι δεν έχει βάση, αν και είναι διαδεδομένη η αντίληψη αυτή, τόσο σε εντός όσο και εκτός της Εκκλησίας ανθρώπους, ώστε να μεταγγίζει την αίσθηση μιας ζωής χωρίς χαρά και χωρίς απόλαυση των ανθρωπίνων απολαύσεων.

Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα;

Ο Χριστός συμμετείχε στις εκδηλώσεις χαράς των ανθρώπων και, ασφαλώς, χαιρόταν και ο ίδιος. Η παρουσία του στο γάμο της Κανά και η επέμβασή του με τη μετατροπή του νερού σε κρασί για να συνεχίσει το γλέντι, δείχνει το πόσο θέλει να διασκεδάζουν οι άνθρωποι.

Ο ίδιος αποδέχεται το χαρακτηρισμό που του έλεγαν ότι είναι «φάγος και οινοπότης», κατηγορώντας τον, βέβαια, ως «τελωνών φίλο και αμαρτωλών».

Ασφαλώς, σε όλες τις ενέργειές μας ο διάβολος καραδοκεί για να μας οδηγήσει στην αμαρτία, με στόχο να μας στερήσει τη χαρά και την ειρήνη που αναπόφευκτα φέρνει μέσα μας η διάπραξή της όπως και η επιθυμία της. Όμως αυτό θα πρέπει να σημαίνει την παραίτηση από τις απολαύσεις της ζωής, που ο Θεός μας χαρίζει για να χαιρόμαστε;

Η Ορθοδοξία, που διασώζει το ορθό ήθος και τον ορθό τρόπο ζωής, δεν προβάλλει στους ανθρώπους βασανιστικά διλήμματα αν πρέπει ή όχι να διασκεδάζουν, να τραγουδούν ή να χορεύουν, να πίνουν κρασί ή όχι. Όλα είναι καλά αν γίνονται με μέτρο και συνετά.

Άλλωστε, η διασκέδαση βοηθά να εκτονωθεί ο άνθρωπος από την πίεση και τα προβλήματα της καθημερινότητας, να επικοινωνήσει με τον συνάνθρωπό του μ’ ένα άλλο τρόπο, να αισθανθεί τη φύση του ως ευλογία και να δει τη ζωή με άλλο φακό.

Στο Γεροντικό αναφέρεται η περίπτωση του Αγίου Αντωνίου που «χαριεντίζετο», χαιρόταν δηλαδή με τους μαθητές του παίζοντας κάποιο παιχνίδι στην έρημο που ασκήτευαν. ΄Ενας κυνηγός έτυχε να βρεθεί εκεί και βλέποντάς τον σκανδαλίστηκε. Ο Μ. Αντώνιος, γνωρίζοντας το λογισμό του κυνηγού, του ζήτησε να τεντώσει το τόξο που κρατούσε. Κι όταν του έλεγε «κι άλλο, κι άλλο», αυτός αντίτεινε ότι θα κοπεί. Τότε ο σοφός Γέροντας και όντως Μέγας του θύμισε πως «χρειάζεται κάπου-κάπου να συγκαταβαίνουμε στα ανθρώπινα, γιατί υπάρχει κίνδυνος με το τέντωμα να σπάσει ο άνθρωπος».

Ο Χριστός, ως Θεός και άνθρωπος, μας έδειξε με τη ζωή Του πώς μπορούμε να ζούμε για να απολαύσουμε τη ζωή και πώς μπορούμε να πορευτούμε στην άλλη ζωή με λαχτάρα αιωνιότητας. Γιατί κανείς δεν μπορεί να χαρεί την άλλη, αν δεν χάρηκε αυτή ως δώρο Θεού.

Οι όποιες δοκιμασίες ή πόνος, δε μας στερούν τη χαρά της σχέσης με το Χριστό αλλά, απεναντίας, τη σταθεροποιούν και την ωριμάζουν ως μέσα που αποβάλλουν το ψεύτικο.

Η απόλαυση των ανθρωπίνων μπορεί να γίνει μέσο ευχαριστίας και πιο δυνατής σχέσης με το Χριστό, που η παρουσία Του ανάμεσά μας μάς ελευθέρωσε από την υποκρισία, την ψεύτικη ζωή, την υλιστική προσκόλληση, χαρίζοντάς μας τη χαρά, την απόλαυση, την ελευθερία, ως τέκνα Θεού ζώντος.

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

ΓΙ' ΑΥΤΟ Ο ΘΕΟΣ ΑΦΗΣΕ ΜΑΖΙ ,ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ

 Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός - Ιωάννου Χρυσοστόμου | proseuxi.gr

«Γι’ αυτό και άφησε ο Θεός να είναι οι άνθρωποι µαζί, και µάλιστα οι καλοί µε τους κακούς, για να οδηγήσουν και τους κακούς στη δική τους αρετή.

Άκουσε τι λέει στους µαθητές του ο Χριστός: «Η βασιλεία των ουρανών µοιάζει µε προζύµι που το πήρε µια γυναίκα και το ανακάτεψε µε ένα σακί αλεύρι» (Ματθ.13,33). Άρα οι δίκαιοι, σαν το προζύµι, έχουν τη δύναµη να κάνουν τους κακούς να αλλάξουν και να τους µοιάσουν. Είναι λίγοι οι δίκαιοι, µα και το προζύµι λίγο είναι.

Το ότι είναι µικρή η ποσότητα δεν βλάπτει την ποιότητα. Αυτή η µικρή ποσότητα όλο το αλεύρι το µεταβάλλει και το κάνει ζυµάρι, µε τη δύναµη που έχει µέσα της.

Έτσι και των δικαίων η δύναµη δεν βρίσκεται στην ποσότητα του αριθµού αλλά στη Χάρη του Αγίου Πνεύµατος. ∆ώδεκα ήταν οι απόστολοι – είδες που είναι µικρό το προζύµι; Ολόκληρη η οικουµένη ζούσε στην απιστία – είδες πόσο πολύ είναι το αλεύρι; Αλλά εκείνοι οι δώδεκα έφεραν όλη την οικουµένη στην πίστη τους. Το προζύµι και το αλεύρι έχουν την ίδια φύση αλλά όχι την ίδια ποιότητα.

Γι’ αυτό ο Θεός άφησε τους κακούς µεταξύ των καλών, έτσι ώστε, όπως έχουν την ίδια ανθρώπινη φύση, να αποκτήσουν και την ίδια καλή προαίρεση».

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστοµος

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ

 

Tον μεγάλο κίνδυνο τον κουβαλάμε επάνω μας,ο μεγάλος μας εχθρός βρίσκεται μέσα μας
και λέγεται εγωισμός.
Εγωισμός με όλα του τα παρακλάδια:φιλαυτία, υπερηφάνεια, έπαρση, προβολή κλπ.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο και την ψυχή του,δεν υπάρχει χειρότερη ασθένεια,αφού οι συνέπειές της δεν είναι μόνον ισόβιες, καταστροφικές
για τον ίδιο «φορέα» του εγωισμού,αλλά και αιώνιες.

π. Εφραίμ της Αριζόνας

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

 

Τη μνήμη του , του Φιλοσόφου και Απολογητού τιμά σήμερα, 1 Ιουνίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης το 100 μ.X. αι.
 Οι γονείς του, Έλληνες ειδωλολάτρες (τον πατέρα του έλεγαν Πρίσκο Βάκχιο), φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του.
Ο Θεός βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. και κάποια ημέρα πού ο Ιουστίνος βάδιζε κοντά στη θάλασσα, συνάντησε ένα γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών, ο οποίος μετά το διάλογο δίδαξε στον Άγιο τη χριστιανική διδασκαλία.
Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη, όπου παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του αυτή, εκλήθη και Απολογητής.
Η χριστομίμητη όμως δράση του Ιουστίνου, ο οποίος δεν έπαυε να κηρύττει το λόγο του Θεού και να συγγράφει έργα απολογητικού και ποιμαντικού χαρακτήρα προκάλεσε τη μήνι των ειδωλολατρών.
Για το λόγο αυτό ο μέγας φιλόσοφος και ευσεβής χριστιανός συνελήφθη και αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε το 165 μ.X. αναδεικνυόμενος όχι μόνο απολογητής της ορθόδοξης πίστης αλλά και αθλοφόρος μάρτυρας.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Φιλοσοφίας ταίς ακτίσιν εκλάμπων, θεογνωσίας υποφήτης εδείχθης, σαφώς παραταξάμενος κατά των δυσμενών συ γαρ ωμολόγησας, αληθείας την γνώσιν, και Μαρτύρων σύσκηνος, δι’ αθλήσεως ώφθης, μεθ’ ων δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ω Ιουστίνε, υπέρ των ψυχών ημών.